Νοε
14
“ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ”. ΠΩΣ ΕΓΡΑΨΑ ΤΗΝ ΜΑΛΛΟΥΣΑ.
Γράψτε ένα σχόλιο
Αλλά τι πιο δίκαιο, τι πιο γενναίο να ζεις τη ζωή με μια αδιάκοπη εξερεύνηση! Ασφαλώς αυτή η στάση, υπαγορεύεται από αντικειμενικές συνθήκες, όμως αναμφίβολα, δεν της στερεί την αξία της. Η στιγμή χαρίζεται στην αιωνιότητα.
Νοε
05
Νοε
04
ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ
Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου
του Ηλία Γιαννικόπουλου[1]
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες «φωνές» στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία
είναι η Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου, που έχει γεννηθεί στο μεσσηνιακό Κοπανάκι, αλλά διαμένει μόνιμα εδώ και πολλά χρόνια στην ωραία αρκαδική πρωτεύουσα, την Τρίπολη. Η έμφυτη σεμνότητά της δεν της επέτρεψε να γίνει ευρύτερα γνωστή στο αναγνωστικό κοινό, αλλά όσοι ασχολούνται συστηματικά με τα λογοτεχνικά πράγματα του τόπου μας δεν παρέλειψαν να την προσέξουν και να την κατατάξουν στη θέση που της αξίζει, δηλ. στη θέση μιας ανερχόμενης λογοτέχνιδας, που μέχρι σήμερα έχει κάνει μια εξαιρετική πορεία και υπόσχεται να δώσει πολύ περισσότερα στο μέλλον.
Η Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου έχει ασχοληθεί με όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, δηλ. την ποίηση, τον πεζό λόγο και το κριτικό δοκίμιο. Όμως πάνω από όλα είναι κυρίως και κατά βάθος π ο ι ή τ ρ ι α. Το κυριότερο γνώρισμα της τέχνης της είναι ότι όλα τα έργα της υπερχειλίζουν από έναν συναισθηματικό λ υ ρ ι σ μ ό, από μια τρυφερή ευαισθησία και μια ερωτική πλησμονή, χωρίς ίχνος εγκεφαλικότητας ή διανοητικής επιτήδευσης.
Στα Γράμματα εμφανίστηκε, εντελώς αθόρυβα και δειλά, με την πρώτη ποιητική συλλογή της «Αθόρυβες διαδρομές» (1992), δίνοντας αμέσως ενθαρρυντικά δείγματα της μετέπειτα πορείας της. Η συλλογή περιλάμβανε 46 συντομότατα, λιτά και σχεδόν επιγραμματικά λυρικά τραγούδια, γεμάτα αισθησιακό ερωτισμό και συναισθηματικές εκρήξεις. Κυρίαρχο μοτίβο των ποιημάτων της ήταν το μοσχομυριστό λουλούδι του έρωτα, η γλυκιά προσμονή του αγαπημένου, η γεύση της ερωτικής κορύφωσης, αλλά και τα αδιέξοδα του χωρισμού, ο νοσταλγικός πόνος, η μοναξιά και η γλυκιά τυραννία των αναμνήσεων. Λάγνες ορμές, φλογερά φιλιά, ηδονικές εξάρσεις, ακολουθούμενες από δάκρυα, τύψεις, ενοχές και απογοήτευση όλη η πολυδαίδαλη πορεία του έρωτα, από την ένταση και το πάθος στη σιωπή των ερειπίων, από την τρικυμία της καρδιάς στον ψυχικό μαρασμό, από την έκσταση στον φόβο, αποτελούν τα κύρια συστατικά της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής. Με τις λιτές και εκφραστικές «αθόρυβες διαδρομές» της, η ποιήτρια χάραξε τα ίχνη της μετέπειτα πορείας της, έβαλε τα θεμέλια του μελλοντικού ποιητικού της οικοδομήματος, προκαθόρισε κατά κάποιο τρόπο τα κύρια και ενεργά στοιχεία γύρω από τα οποία θα περιστρέφονταν και οι μελλοντικές ποιητικές αναζητήσεις της.
Πράγματι, και στις επόμενες ποιητικές συλλογές της, η ποιήτρια θα ξαναγυρνά πάλι και πάλι, έμμονα θα έλεγε κανείς, στα κύρια θέματά της: τον έρωτα με όλα τα συμπαρομαρτούντα του. Δηλαδή, τη γλυκιά προσμονή, το μεθύσι του πάθους, την ηδονική πανδαισία των κορμιών, το ρίγος της ψυχής, αλλά και τη θανατερή μελαγχολία, το παράπονο, τον αναστεναγμό, τα δάκρυα. Οι ποιητικές συλλογές της «Στο έβγα του ήλιου» (1994), «Λευκό βαμμένο κόκκινο» (1994), «Όλα φως κι όλα φωτιά» (2002), κινούνται αναμφισβήτητα σε αυτό το προκαθορισμένο «μήκος κύματος».
Έτσι, τα 250 περίπου ποιήματα των πρώτων τεσσάρων ποιητικών συλλογών της, με την επαναλαμβανόμενη θεματολογία τους, με την ίδια συναισθηματική ένταση, με την ίδια αισθαντικότητα και με την ίδια ευαισθησία, μπορούν κάλλιστα να ιδωθούν ως ένα έργο «εν προόδω», αναπτυσόμμενο με συνεχόμενους και διαρκώς διευρυνόμενους ομόκεντρους κύκλους, ως μια αυτοτελής ενότητα πυρετικού αισθησιασμού, με κεντρικό σημείο αναφοράς τον Έρωτα.
Χωρίς να ξεφεύγει από τον παραπάνω κανόνα, αλλά εμπλουτισμένη με υπαρξιακές και μεταφυσικές αποχρώσεις, είναι και η εξηκοντάδα των ποιημάτων μιας ακόμα ποιητικής συλλογής της ποιήτριας, της συλλογής «Κι αν τη ζωή μας» (2005). Βέβαια, προτυπώσεις των εν λόγω αναζητήσεων θα μπορούσε να βρει κανείς και στην προηγουμένως αναφερθείσα συλλογή «Λευκό βαμμένο κόκκινο».
Εδώ, όμως, εμφανέστερα, ο πόνος της απουσίας και η κατάρρευση των ονείρων οδηγεί την ποιήτρια σε πιο επεξεργασμένες διερωτήσεις φιλοσοφικής υφής, για το νόημα της ζωής, για την αξία της αγάπης, για τη σημασία των διαπροσωπικών σχέσεων, κλπ. Τώρα η ποιήτρια στοχάζεται ωριμότερα πάνω στα καθέκαστα της συναισθηματικής ζωής, στη σχέση ελευθερίας και μοναξιάς, στο νόημα του χρόνου, στην εξέλιξη του κόσμου, στο φάσμα της σκιάς και θανάτου, κλπ.
Η συλλογή «Κι αν τη ζωή μας» είναι το βιοθεωριακό «μανιφέστο» της ποιήτριας, η πυκνότερη και φιλοσοφικότερη ποιητική δημιουργία της. Από τον γήινο και σαρκικό έρωτα και ακολουθώντας τους Πλατωνικούς ερωτικούς «αναβαθμούς» του «Συμποσίου», η ποιήτρια ανεβαίνει όλο και σε ψηλότερα επίπεδα ποιητικής αναζήτησης, ώστε να αγγίξει τα κράσπεδα της Αλήθειας και του Θείου. Αυτό πάντως που αξίζει να επισημανθεί είναι ότι ακόμα και στους στοχαστικούς διαλογισμούς της, η ποιήτρια δεν χάνει τη λυρική τρυφερότητα και τη συναισθηματική εγρήγορσή της.
Είναι προφανές ότι πολλές φορές η έκφρασή της καταλήγει σε ένα είδος διδακτισμού, άλλοτε ρητού και άμεσου, άλλοτε έμμεσου και αφανούς. Θα μπορούσε όμως να ειπεί κανείς ότι ίσως οι συμβουλές της με τη μορφή «κατηγορικής προστακτικής» δεν έχουν παραινετικό χαρακτήρα, αλλά είναι συμπερασματικές διαπιστώσεις αποκτηθείσας προσωπικής πείρας. Ίσως ακόμα να μην απευθύνονται καν σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, αλλά να είναι έμμεσες υποβολές «εις εαυτήν». Είναι χαρακτηριστικό πάντως ότι ακόμα και οι διδακτικές αποκλίσεις της ποιήτριας δεν χάνουν το λυρικό χαρακτήρα τους.
Σημειώνουμε επίσης ότι από απόψεως μορφικής, όλα τα ποιήματά της αποτελούνται από λίγους και ολιγοσύλλαβους ελεύθερους στίχους. Ακόμα και όταν είναι προφανής η παραδοσιακή δομή ενός στίχου, οι λέξεις κατακερματίζονται, ώστε να απολεσθεί και η παραμικρή υπόνοια μέτρου και μελωδίας. Όμως κάπου – κάπου και το μέτρο και η ρίμα κάνουν εμφανή την παρουσία τους. Οι λέξεις της είναι κρουστές και διαλεγμένες, η έκφραση είναι πυκνή, αφαιρετική, επιγραμματική και σε πολλά σημεία αγγίζει τη μορφή του γνωμικού λόγου.
Η Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου έχει δώσει ενδιαφέροντα δείγματα και στον χώρο του πεζού λόγου. Το «μυθιστόρημά» της «Μαλλούσα», που εκδόθηκε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Κ. Μ. Ζαχαράκη (2007), απλώνεται σε 319 ολόκληρες σελίδες! Αν το καλοεξετάσει κανείς, φθάνει στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται περί συνηθισμένου μυθιστορήματος. Του λείπει η δράση, η πλοκή, ο μύθος, η διαμόρφωση πολλών, διαφορετικών και αλληλοσυγκρουόμενων χαρακτήρων, οι κοινωνικές προεκτάσεις και συνθήκες που διαμορφώνουν και κινητοποιούν τη δράση των ηρώων, και πολλά άλλα.
Το βιβλίο «Μαλλούσα» έχει την έκταση του μυθιστορήματος, αλλά όχι τα γνωρίσματά του. Τότε, τι είναι; Κατά τη γνώμη μου, είναι μια ποιητική ερωτική «μπαλάντα» σε πεζό λόγο. Είναι η βιογραφία μιας μεγάλης αγάπης, η ανατομία μιας ανεπανάληπτης διαπροσωπικής – ερωτικής σχέσης. Οι κύριοι πρωταγωνιστές του έργου είναι μόνο δύο, και αυτοί είναι οι μοναδικοί «ήρωες»: ένα ερωτευμένο ζευγάρι, που πέρα από κοινωνικές και ηθικές συμβατικότητες, ζει τον μεγάλο Έρωτα της ζωής του! Η συγγραφέας με μοναδική μαεστρία καταγράφει με όλες τις δυνατές λεπτομέρειες τη γέννηση, την ακμή και το άδοξο τέλος του.
Ξανά και ξανά, με το ίδιο υλικό και στον ίδιο καμβά, ως άλλη Πρόκνη, η αφηγήτρια κεντά με την υπέροχη «φιλοβελονιά» της γραφίδας της μιαν ωραία μισο-πραγματική και μισο-φανταστική ερωτική ιστορία. Η δομή του έργου είναι συνεχής, παρά τη διαίρεσή του σε επιμέρους κεφάλαια, και η εξέλιξη της υποτυπώδους «υπόθεσης» γραμμική. Ξεκινά από την αρχή και βαδίζει σταθερά και νομοτελειακά στο τέλος, χωρίς παλινδρομήσεις και αναδρομές.
Η συγγραφέας έχει χρησιμοποιήσει την τεχνική του εξομολογητικού μονολόγου του ενός μέρους του «ζεύγους» προς το έτερο. Έτσι, όλα περνούν από το φίλτρο της γυναικείας ευαισθησίας και αντανακλούν τις δικές της υπαρξιακές και συναισθηματικές διαπορήσεις. Ακόμα και τα αισθήματα του αγαπημένου διαμεσολαβούνται μέσα από τις παραστάσεις και τις προσλήψεις της αφηγήτριας. Έχουμε με άλλα λόγια την «εκδοχή» της μιας πλευράς, αγνοούμε αυτήν της άλλης.
Είναι εντυπωσιακό πως η συγγραφέας με τόσο λίγο ουσιαστικό «μυθικό» υλικό μπορεί να συνεχίζει επί μακρόν την «ιστορία» της, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη! Αυτό οφείλεται ασφαλώς στο ότι με χειρουργική ακρίβεια ανατέμνει μια διαπροσωπική (ερωτική) σχέση, την παρακολουθεί με διεισδυτικότητα, και με ψυχολογική δύναμη αναλύει την πορεία της. Η συγγραφέας καταδύεται στις ψυχές των ερωτευμένων και αναδύεται βγάζοντας στην επιφάνεια ένα πλήθος ανθρωπίνων παθών. Αισθήματα, συναισθήματα, συμπλέγματα, ενοχές, φοβίες, όλα εκτίθενται και αποκαλύπτονται. Από μιαν άλλη άποψη, θα μπορούσε να ειπεί κανείς ότι η αφηγήτρια έχει ξαπλώσει στο ψυχαναλυτικό κρεβάτι, όπου σιωπηλός ψυχαναλυτής είναι ο αγαπημένος της ή μάλλον ο ίδιος ο εαυτός της.
Η «Μαλλούσα» είναι μια ατέλειωτη πανδαισία τολμηρού ερωτικού αισθησιασμού. Η ηδονή και η οδύνη αλληλοδιαπλέκονται και αλληλοπροκαλούνται. Οι ερωτικές σκηνές του βιβλίου είναι από τις καλύτερες που έχει δώσει η λογοτεχνία μας. Σαρκική, πολύχυμη, πληθωρική, η πρωταγωνίστρια ζει το όνειρο ενός επίγειου παραδείσου! Όταν το όνειρο σβήσει, της αρκεί η ψυχική της «τελείωση» και η γλυκιά ανάμνηση του θεσπέσιου παρελθόντος που έζησε.
Συνάμα η συγγραφέας αναδεικνύει πολλές άλλες διαστάσεις της ερωτικής σχέσης, ηθικού και κοινωνικού χαρακτήρα. Διλήμματα, συγκρούσεις, ανταρσίες και υποχωρήσεις, εξάρσεις και καταπτώσεις, δοκιμάζουν τις αντοχές των δύο πρωταγωνιστών. Επίσης, προβάλλει έκτυπα τα σημάδια της πάλης μεταξύ των δύο φύλων, μιας πάλης όπου συνήθως γίνονται δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ νίκης και ήττας. Η αφηγήτρια είναι αξεπέραστη στην ανάλυση και διαχείριση ψυχολογικών καταστάσεων. Επίσης αρέσκεται στην προβολή της σύγκρουσης μεταξύ ανθρώπινων επιθυμιών και επιταγών της κοινωνίας, που στην περίπτωση της σχέσης αρσενικού και θηλυκού, και μάλιστα υπό τις ιδιάζουσες συνθήκες της «παρανομίας», εκδηλώνονται με ιδιαίτερη σφοδρότητα.
Η «Μαλλούσα» είναι ένα γοητευτικό αφήγημα, ένας ύμνος στον αιώνιο έρωτα. Μια «κατάθεση ψυχής» εκ βαθέων. Η γήινη ομορφιά, η ψυχική γενναιότητα και η λάμψη των ηρώων της καταξιώνουν τον Έρωτα, αυτό το μυστηριακό είδος μανικής μέθης, που οδηγεί στην αυτοθυσία του ενός μέσω της λατρείας του «άλλου». Ο πανσεξουαλισμός αυτού του βιβλίου της Γεωργίας Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου είναι απροκάλυπτα εντονότερος από αυτόν των ερωτικών ποιημάτων της. Πάντως, ακόμα και στο ιδιότυπο αυτό έργο ο τόνος είναι κατά βάθος λυρικός.
Σπουδαία είναι η συνεισφορά της και στον δοκιμιακό λόγο. Στον τομέα αυτό άκρως ενδιαφέροντα είναι δύο βιβλία της. Το ένα εκδόθηκε στην Τρίπολη το 2007 και έχει τον τίτλο «Σταθερές αναφορές». Στο βιβλίο αυτό περιέχονται 17 δοκίμια πάνω σε διάφορα αισθητικά, κοινωνικά και φιλοσοφικά προβλήματα του σύγχρονου κόσμου. Πάλι με τρόπο λυρικό, αλλά τώρα αυστηρότερα στοχαστικό, η συγγραφέας ασχολείται με το θέμα της καλλιτεχνικής – ποιητικής δημιουργίας, της ανθρώπινης ελευθερίας, της ηθικής πορείας του ανθρώπου, και πολλά άλλα. Και βέβαια δεν λείπουν ανανεωμένες απόψεις της για τον έρωτα, την αγάπη, τη γυναίκα και τη σχέση της στη ζωή.
Παρόλο ότι η ζωή φέρθηκε σκληρά στη συγγραφέα, που έζησε χωρίς πατέρα από τη νηπιακή ηλικία της (ο πατέρας της Ναούμ έπεσε θύμα του αδελφοκτόνου αλληλοσκοτωμού από τους «άτακτους» της άλλης πλευράς), αυτή έχει μετατρέψει τον ανθρώπινο πόνο της σε αγάπη και δημιουργική δύναμη. Τα δοκίμιά της, όπως και τα ποιήματά της, είναι πηγή αισιοδοξίας και χαράς, ψυχικής γαλήνης και κοινωνικής ειρήνης. Όλα τα κείμενά της αποπνέουν μια γενναιόδωρη συναισθηματικότητα και μια βαθύτερη και ειλικρινή ανθρωπιά.
Το βιβλίο «Τα Άγια τοις Αγίοις», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 2007 από τις εκδόσεις Κ. Μ. Ζαχαράκη, είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο, που το χαρακτηρίζει ο πλούτος των ιδεών, η οξεία κρίση και η βαθιά κατανόηση προσώπων και καταστάσεων. Εδώ η συγγραφέας με ποιητικό τρόπο και από τη δική της «οπτική γωνία», φιλοτεχνεί τα πορτρέτα έξι κορυφών της νεοελληνικής ποίησης, του Παλαμά, του Καβάφη, της Μυρτιώτισσας, του Καρυωτάκη, του Σεφέρη και της Μεσσήνιας ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη. Με γνώση και αγάπη, παρουσιάζει τα πρόσωπα και αποτιμά την ποιητική προσφορά τους. Μέσα σε λίγες σελίδες καταφέρνει να δώσει το ποιητικό «στίγμα» κάθε ποιητή. Με λυρική τρυφερότητα, λογοτεχνική χάρη και κριτική οξύτητα, και με την δέουσα αναλογία βιογραφικών και κριτικών στοιχείων, η συγγραφέας ζωντανεύει τους ποιητές και την εποχή τους, τα όνειρα και τις ανησυχίες τους, τα πάθη και τις αδυναμίες τους, τις εμπνεύσεις και τις κατακτήσεις τους.
Είναι ένα έργο γραμμένο με πρωτοτυπία, με πυκνότητα στην έκφραση, με πλούτο συναισθημάτων. Είναι γραμμένο σε μια χυμώδη δημοτική, χωρίς «φιλολογισμούς» και άχρηστες γραμματολογικές τεκμηριώσεις. Από το δικό της «ξαγνάντεμα» καταφέρνει να μας δώσει μερικά από τα περιεκτικότερα, συνοπτικότερα και αληθινότερα πορτρέτα των ποιητών αυτών. Και στο κριτικό αυτό έργο της συγγραφέως είναι αναμφισβήτητη η παρουσία της ποιητικής και ερωτικής ιδιοσυστασίας της.
Στην παρούσα εργασία προσπαθήσαμε κι εμείς να δώσουμε το δικό μας «αγνάντεμα» για το έργο της Γεωργίας Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου. Δεν αναφερθήκαμε σε όλα τα έργα της και στην υπόλοιπη πνευματική της δραστηριότητα (αρθρογραφία, διαλέξεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, εκπομπές, κλπ). Θέλαμε μόνο να την παρουσιάσουμε στο ευρύτερο μεσσηνιακό κοινό, με την ελπίδα πως θα θελήσει να γνωρίσει καλύτερα και βαθύτερα την εκλεκτή συμπτριώτισσά του.
[1] Ο κ. Ηλ. Γιαννικόπουλος είναι διδάκτωρ Πανεπιστημίου Εδιμβούργου.
Οκτ
02
ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΕ ΠΟΙΗΣΗ –
ΣΕ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ – ΣΕ ΔΟΚΙΜΙΟ
ΓΕΩΡΓΙΑ Ν. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ:
1) «Όλα φως κι όλα φωτιά», ποιήματα, εκδόσεις ΦΥΛΛΑ,
2) «Μαλλούσα», μυθιστόρημα, εκδόσεις Κ. Μ. ΖΑΧΑΡΑΚΗ και
3) «Τα Άγια τοις Αγίοις», δοκίμια, εκδόσεις Κ. Μ. ΖΑΧΑΡΑΚΗ
Τρία βιβλία, τρεις διαφορετικοί κόσμοι, τρία διαφορετικά είδη του λόγου.
Όταν τα διαβάσεις, ξαφνιάζεσαι. Δεν καταλαβαίνεις αμέσως, αλλά τελικά εστιάζεις την προσοχή σου: και στα τρία πνέει ένας αέρας νεανικής ορμής και δίψας για ζωή. Και η κατάθεση είναι το ίδιο ορμητική και πυρακτωμένη. Η ποιήτρια, η μυθιστοριογράφος και η δοκιμιογράφος ξεχωρίζουν και οι τρεις για ένα κύριο γνώρισμά τους: τη δύναμη εκμυστήρευσης και εξομολόγησης, όχι με φόβο, αλλά με πάθος και τόλμη. Τα γνωρίσματα αυτά, όταν ανοίξουν πέρα για πέρα οι κρουνοί του λόγου, γίνονται έκφραση, έκφανση και μέθεξη σε έναν κόσμο ανθρώπινο, αληθινό και ιδιαίτερα καθημερινό, τόσο κοντινό και γνώριμο, που τον θεωρούμε δεδομένο και τον προσπερνάμε. Αν τύχει να σταθούμε με πάθος και τόλμη να συνυπάρξουμε με την ψυχή μας στην αγκαλιά του, τότε έχουμε συλλάβει τη μοναδική ανθρώπινη στιγμή.
Στο μαγικό κουκούλι του πάθους και της τόλμης κυριαρχεί ο πύρινος κόσμος του έρωτα, η βαθιά επικοινωνία του είναι με το είναι, σε μια εωσφορική περιδίνηση συναισθημάτων, μεταρσιώσεων και φτερουγισμάτων, που είναι πάντοτε μοναδικά και πρωτόγνωρα, όταν έχει σημάνει η μεγάλη στιγμή της καρδιάς. Είναι η στιγμή που η καρδιά πυρακτώνεται στο αμόνι, ο σιδεράς – έρωτας τη χτυπάει με τους εξουθενωτικούς του ρυθμούς, αλλά εκείνη, αντί να πονέσει, κελαηδάει τον ανείπωτο υμέναιο της χαράς της ζωής. Ένας γρήγορος καλπασμός αισθήσεων και συνειρμών αγκαλιάζει το όραμα και του δίνει φτερά, το ανεβάζει ψηλά, τόσο, όμως, που να φαίνεται καθαρά, η μεταμορφωμένη σε ερωτικό Παράδεισο γη μας. Αυτός ο ιδιαίτερος αυθορμητισμός έκφρασης και η ερωτική ένταση γειτνιάζει με την πανσεξουαλική αύρα του Μ. Καραγάτση, μόνο, που εδώ, έχουμε μια προσωπική εκδοχή και μάλιστα γυναίκας, η οποία διαφοροποιεί την ουσία του λόγου.
Η Γεωργία Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου, με λόγο ευθύ, απλό και μεστό, φορτισμένο με την ορμή του πάθους, μιλάει το ίδιο καυτά στην ποίηση, στο μυθιστόρημα και για τα πρόσωπα των δοκιμίων της. Διαθέτει ένα δικό της προσωπικό ύφος, για να εκφέρει τις σκέψεις και τα συναισθήματα, ο οποίος στοχεύει κατευθείαν στο συναίσθημα του αναγνώστη. Εκμυστηρεύεται αλήθειες και οι αλήθειες, συχνά ξαφνιάζουν με τη δύναμη και το κύρος τους. Στέκεσαι, για μια στιγμή, ενεός και μετά προχωράς. Σου αρέσει η τόλμη και το πάθος, σε μαγνητίζει ότι η συγγραφέας ανοίγει διάπλατα την καρδιά της και τα συναισθήματά της. Διαπορείς για τη δύναμη που διαθέτει, για να ξεσκεπάζει τον εαυτό της και τον εαυτό σου και τους εαυτούς μας. Να μας φέρνει στο προσκήνιο της κοινής θέας όλους, γιατί όλοι έχουμε μέσα μας τούτα τα πάθη, αλλά πόσοι τολμάμε να τα φανερώσουμε;
Στην ποιητική συλλογή «Όλα φως κι όλα φωτιά» διαβάζουμε σύντομα, αλλά μεστά και γεμάτα ερωτικά ξεσπάσματα ποιήματα, στα οποία η ποιήτρια, σε πρώτο πρόσωπο αφήνει την καρδιά της να ψάλλει με χίλιες φωνές τον έρωτα, την αγάπη. Ένα μικρό, σαν επίγραμμα, ποίημά της, δίνει τον τίτλο στη συλλογή: «Στιγμές μικρές / παμμέγιστες! / Η αγάπη σου / λιακάδα των ματιών μου. / Όλα φως / κι όλα φωτιά!» (σελ. 8). Πιο κάτω, στο «Τελετουργικό», η ποιήτρια καταφέρνει να κρατήσει ακίνητη τη γεύση της αγάπης: «Κι ήταν η αγάπη / μια βαθιά, βαθιά ανάσα. / Την κράτησα μέσα μου / μέχρι που άντεξα. / Ε… κι ύστερα / ξεψύχησα!» (σελ. 42). Όμως από την ποίηση αυτή δε λείπει ο στοχασμός, η διαπόρηση, η αναζήτηση, το παράπονο, η διάψευση και η προσδοκία. Όλα αυτά μέσα από την οπτική του έρωτα – αγάπης, σαν σταθερού κέντρου του Σύμπαντος Κόσμου. Και ένα ακόμη ποίημα με τίτλο «Κυκλώτερά σου»: «Το κορμί μου / αξόδευτο / στα ύστερά του χρόνια. / Ασάλευτο, / κυκλώτερά σου σαν τη ζάλη / θα γυρνά / με τη μαρτυρική του σάρκα.» (σελ. 68).
Και του μυθιστορήματος «Μαλλούσα» ο ενδότερος χυμός είναι ερωτικός και μάλιστα πιο τολμηρός από τους στίχους της. Η συγγραφέας, με παρρησία και αποφασιστικότητα, σε πρώτο πρόσωπο, θυμάται, αναπολεί και αναβιώνει στις 319 σελίδες του βιβλίου της τον αληθινό έρωτα – στιγμή ή την αείρροη αιωνιότητα της ζωής. Η αφήγηση είναι άνετη, προσιτή και ελκυστική, διαποτισμένη με ένα φίλτρο γυναικείας οπτικής των σχέσεων των φύλων, το οποίο στήνει το σκηνικό του έργου. Μια γυναίκα, η Μαλλούσα και ένας άντρας, ο Παύλος, είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, στο οποίο την εξιστόρηση πραγματοποιεί και κατευθύνει η Μαλλούσα. Μιλάει με ζέση, εκθέτει λεπτομέρειες, καταγράφει συνομιλίες ερωτικές, προσεγγίζει άφοβα ερωτικές ομιλίες και καταχωρίζει ότι την ουσία, αλλά το σύνολο, αυτού, που επιθυμεί να μας δώσει. Έτσι παρατηρείται μια εσωτερική πληρότητα στην ιστορία, πολύπλευρη συναισθηματικά και ταυτόχρονα πολυεδρική στις μεταπτώσεις, σε ολόκληρη την κλίμακα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Τούτο το αρμονικό πλέγμα συναισθήματος και πάθους, προσμονής και ελπίδας αλλά και απόλαυσης της αγάπης κάνουν το έργο τερπνό και ενδιαφέρον, σαν ανάγνωσμα και σαν ιδέα τόλμης αφήγησης της αλήθειας και στον έρωτα, με ένα λόγο ζεστό, παθιασμένο, αφτιασίδωτο, κάποτε ποιητικό και κάποτε ρεαλιστικό, σε κερδίζει και περισσότερο αν έχεις κι εσύ μέσα σου πάθος και τόλμη για τη ζωή…
Τα δοκίμια «Τα Άγια τοις Αγίοις» έχουν και αυτά τον ίδιο παράφορο καλπασμό, αν σταθεί κανείς στην επιλογή των προσώπων, που παρουσιάζει: Κωστής Παλαμάς, Μαρία Πολυδούρη, Κώστας Καρυωτάκης, Μυρτιώτισσα, Κωνσταντίνος Καβάφης και Γιώργος Σεφέρης. Με εξαίρεση ίσως τον τελευταίο, όλοι οι άλλοι κινούνται στο κλίμα του έρωτα και του πάθους. Ο Παλαμάς και η απερίγραπτη σαρκολατρία του, η παθιασμένη ερωτική Πολυδούρη και ο έρωτάς της Κώστας Καρυωτάκης, η Μυρτιώτισσα με την τρυφερή ερωτική της φωνή και ο Καβάφης με τις προσωπικές του ιδιορρυθμίες. Δυο γυναίκες και τρεις άντρες, όλοι τους ποιητές.
Η αναφορά της στον καθένα λιγόλογη, προσεγμένη, αποκαλυπτική και με λογοτεχνικές αξιώσεις, δίνει τα πορτρέτα τους ολοκληρωμένα, συνοπτικά, με γνωστά και άγνωστα στοιχεία, με δικές της συναισθηματικές και καλολογικές εκτιμήσεις και προσεγγίσεις, προσωπικές ερμηνείες και εκδοχές, που εντυπωσιάζουν με την πρωτοτυπία τους και την τόλμη κατάθεσής τους.
Πρόκειται για μια ξεχωριστή πληθωρική προσφορά συναισθημάτων, πάθους και τόλμης, τα οποία απογειώνονται με έναν ζωντανό και ρωμαλέο στην απλότητά του λόγο, πάνω από σκέψεις, απορίες, όνειρα και επιθυμίες, όπου φτερουγίζει η καυτή ανάσα του έρωτα, ατόφια, χυμώδης και συναρπαστική.
Κώστας Μιχ. Σταμάτης
Ο Κώστας Μιχ. Σταμάτης γεννήθηκε το 1935 στο Βραχάτι Κορινθίας. Τελείωσε το γυμνάσιο της γενέτειράς του και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα και Νομικά στη Θεσσαλονίκη. Περάτωσε τη Σχολή Λιμενικών Δοκίμων (1965), σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος και αποστρατεύτηκε (1992) με το βαθμό του Υποναυάρχου Λ.Σ. Ταξίδεψε ιδιωτικά και υπηρεσιακά σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε με διηγήματα από τη “Φιλολογική Βραδυνή” το 1959 και με ποιήματα στον Κορινθιακό τύπο. Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, το διήγημα, τη νουβέλα, τη μελέτη, την ιστορία, τη βιογραφία, τις μεταφράσεις και έγραψε με επιτυχία σενάρια ταινιών μικρού μήκους (το 1976 η ταινία “Η προστασία της θάλασσας” τιμήθηκε για το σενάριό της στο φεστιβάλ της Καρθαγένης).
Ιουλ
26
Ο Κωστής Παλαμάς, γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου 1859 από ιστορική οικογένεια του Μεσολογγίου. Ο πατέρας του ήταν Δικαστικός. Σε ηλικία επτά χρόνων, έμεινε ορφανός από τους δύο γονείς και έζησε τα υπόλοιπα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στο Μεσολόγγι, που πάντα το θεωρούσε πατρίδα του, κοντά στο θείο του Δημήτρη, ο οποίος ήταν Εκπαιδευτικός και Συγγραφέας. Εκεί, όλη η ατμόσφαιρα ήταν πνευματική. Πολλοί συγγενείς ήταν Συγγραφείς και το Μεσολόγγι είχε την εποχή εκείνη έντονη πνευματική κίνηση. Η ορφάνια, όμως, του είχε δημιουργήσει σκληρό δράμα μέσα στην ψυχή. Του έλειπαν οι γονείς του, η αγάπη τους. Γι’ αυτό και γίνεται ιδιόρρυθμο και μοναχικό παιδί, αφοσιώνεται στο διάβασμα και στο γράψιμο. «…Για τα ξομολογήματα στιγμή, για τις αγάπες/ για της ψυχής τα ιδανικά, για του κορμιού τις δίψες / για το τραγούδι του καημού στη μουσική του αέρα…»
Μεγαλώνοντας, ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, την οποία, όμως, εγκατέλειψε για χάρη της λογοτεχνίας. «Η τέχνη είναι πάθος. / Η ζωή είναι πάθος: Έρωτας…»
Τα έργα του είναι: «Τα τραγούδια της πατρίδος μου», «Ο Ύμνος της Αθηνάς», «Τα μάτια της ψυχής μου», «Ίαμβοι και ανάπαιστοι», «Ο Τάφος», «Η ασάλευτη ζωή», «Οι χαιρετισμοί της ηλιογέννητης», «Ο δωδεκάλογος του γύφτου», «Η φλογέρα του βασιλιά», «Οι καημοί της λιμνοθάλασσας», «Σατιρικά γυμνάσματα», «Η πολιτεία και η μοναξιά», «Βωμοί», «Τα παράκαιρα», «Τα δεκατετράστιχα», «Οι πεντασύλλαβοι», «Τα παθητικά κρυφομιλήματα», «Δειλοί και σκληροί στίχοι», «Ο κύκλος των τετράστιχων», «Περάσματα και χαιρετισμοί», «Οι νύχτες του Φήμιου», «Βραδινή φωτιά», «Πρόσωπα και μονόλογοι».
Οι ποιητές, που τόσο ψηλά στήνουν την αξία της ζωής, αγγίζουν την ουσία της αιωνιότητας. Οδηγούν τους ανθρώπους προς τον αληθινό τους προορισμό. Μπορούν κι ανοίγουν την αγκαλιά τους γενναιόψυχα προς ό,τι η ζωή είτε τους προσκομίζει, είτε τους φορτώνει, με το πλήθος των κακών που ξεπετάχτηκαν από το Κουτί της Πανδώρας. Πνευματικός ήρωας πρώτου μεγέθους υπήρξε και παραμένει ο Κ. Παλαμάς. «Είμαι ποιητής που θέλει να κλείσει μέσα στο στίχο του τους πόθους και τα ερωτήματα του ανθρώπου, τις έγνοιες και τους φανατισμούς της εποχής». Στο βαθύ και απεριόριστα πλατύ εσωτερικό του κόσμο έκλεισε, σαν ένα «μέγα καλό και πρώτο», που ο Πλάστης μόνο στον άνθρωπο παραχώρησε, το θαυμάσιο φαινόμενο της ζωής.
ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ (από «Τα μάτια της ψυχής μου»)
«…Ζωή! δεν είναι τίποτε γλυκύτερο στον κόσμο / απ’ την πεντάμορφη ζωή, την ηλιοφωτισμένη! / Ζωή, κι αν έρχεσαι γοργά κι από χαρές γεμάτη / κι αν έρχεσαι με βάσανα και μ’ έγνοιες και μ’ αρρώστιες / / … και μ’ όλες τις καλοκαιριές και μ’ όλους τους χειμώνες / Ζωή, κι όπως κι αν δείχνεσαι, Ζωή, κι ό,τι κι αν είσαι / αν είσαι πράγμα ή όνειρο, καλή κακή κι αν είσαι / χαρά σ’ εσέ, δόξα σ’ εσέ κι αγάπες και τραγούδια! / … Από τον ήλιον η ζωή παίρνει ζωή μονάχα. / Αγάπα και ξεφάντωνε και δούλεψε και ζήσε / και προσηλώσου στη ζωή σαν τον κισσό στο δέντρο / και δέσου με την γην αυτή, στρείδι στο βράχο επάνω / και μη σε μέλει πού θα πας τα μάτια σου όταν κλείσης. / … Ζωή! χαρά, δόξα σ’ εσέ κι αγάπες και τραγούδια!»
Τον απασχολεί πολύ η γλώσσα, για την οποία παλεύει σκληρά. Γράφει πότε στην Καθαρεύουσα και πότε στη Δημοτική. Έχει μια χασμωδία στο στίχο. Αργότερα, βέβαια, καθιερώνει τη Δημοτική, την οποία και ονομάζει Εθνική γλώσσα. Τα θέματα των εμπνεύσεών του είναι η πατρίδα, η ιστορία και η γυναίκα.
Αρχικά, είπαν ότι ο Κωστής Παλαμάς δεν είναι καλός ποιητής, γιατί δεν έχει ενότητα ο στίχος του. Ωστόσο, ο ίδιος γράφει στα 1921: «Η ποίηση δεν έχει επίθετο που να της είναι απαραίτητο. Απλά και στρογγυλά, χωρίς διακοσμητικά, αράδα – αράδα, στα πρωτεϊκά της μορφώματα, υπάρχει μόνο ποίηση». Ακόμα και τούτο: «Έχω τη συνείδηση πως ένας δεν είμαι. Είμαι όχι με το αλλά, μα με τα εγώ μου». Τώρα πια, οι κριτικοί ασχολούνται ευνοϊκά με τον Κωστή Παλαμά και διακρίνουν ποια είναι τα εγώ. Είναι όλα τα ρεύματα και όλες οι ροπές του Ελληνισμού. Έδωσε όλες τις διαστάσεις, τα χρώματα, τους μύθους, τους ιστορικούς κυματισμούς και το μυστικό άρωμα του Ελληνικού βίου. «Δόξα στο φως σου, ιερή γη, χαρά των αιώνων! / Κάτου από σένα ελληνικέ τρίσβαθε αέρα, / β λ έ π ω.μας πας από το γέλασμα πιο πέρα / το γαληνό κι από το σάλεμα των πόνων…»
Με λεπτότατη, λυρική ευαισθησία, σχεδόν ερωτική, πότε με δραματικές εξάρσεις και πότε με επική μεγαλοπρέπεια, αποκρυστάλλωνε σε έξοχες δημιουργίες όλο αυτό το φουρτουνιασμένο πέλαγος των συναισθημάτων, που τρικύμιζαν τη ζωή του. «…Δεν έχει ο δρόμος τελειωμό κι όλο τραβάω εμπρός… / … Ήχοι παλιοί και γνώριμοι μου γλυκοψιθυρίζουν…» Η έξοδος του Μεσολογγίου κι ο θάνατος του λόρδου Βύρωνα, τον επηρέασαν βαθιά. Δεν ήθελε να φύγει από πουθενά, σαν κάποιος να τον πότισε «…της αρνησιάς νερό στης Άρνας τα λαγκάδια…». Στριφογύριζε και στηθοχτυπιόταν απελπισμένος και παράδερνε μέσ’ από τα μεγάλα, συνθετικά του αριστουργήματα.
ΝΑΜΟΥΝ Τ’ ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ (από «Τα τραγούδια της πατρίδος μου»)
«Νάμουν τ’ αγιόκλημα που απ’ την αυλή σου / ’Ψηλά’ς τον τοίχο που σκαλώνει, ανθεί / Που με τη δρόσο σου, με την πνοή σου / Πάντα δροσίζεται, και πάντα ζή. / ’Στο παραθύρι σου να ’ρθώ να στήσω / Κλωνάρια πράσινα για ν’ ακουμπάς / Στρώμα, προσκέφαλο να σου χαρίσω / Να γέρνης ήσυχα, να μ’ αγαπάς. / … Να λούζω αδιάκοπα τα όνειρά σου / Με των ανθών μου τη μυρουδιά / Κ’ εσύ τους κλώνους μου με τη δροσιά σου. / Εγώ δουλεύτρα σου κ’ εσύ κυρά. / Και ’ς το καλότυχο παράθυρό σου / Όποιος το ταίρι μας τύχη να ιδή / Να λέγη εμένανε δεντρί ’δικό σου / ’Δικό μου λούλουδο εσέ να ειπή / Χωρίς εσένανε να μην ανθίζω / Χωρίς εμένανε να μη γελάς / Την ευτυχία μου να σου χαρίζω / Την εμμορφάδα σου να μου σκορπάς».
Σε λόγους και ραψωδίες, πρωτοείπωτες στη νέα μας γλώσσα, ανασύνθεσε οραματικά, όλες τις σταθμικές περιόδους του Εθνικού μας βίου, αποβλέποντας σε μία «Νέα Ελλάδα». Ως απαύγασμα όλων των μεγαλείων της, ως προάγγελος μιας μαραθώνιας νίκης, με Πυθιακή βεβαιότητα και με στόχους, που είχαν γίνει η μουσική προσευχή και το «Εθνικό πιστεύω» των σκλαβωμένων, έλεγε: «Όσο να σε λυπηθεί / – της αγάπης ο θεός – / και να ξημερώσει μιαν αυγή / και να σε καλέσει ο λυτρωμός / ω ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα! / Αλαφρή θα σαλέψης / σαν τη χλόη σαν το πουλί / σαν τον κόρφο το γυναίκειο, σαν το κύμα!»
Προσπαθεί να συμβιβάσει στην ποίησή του και να συνθέσει, την αρχαιότητα, τη λαϊκή παράδοση και τις σύγχρονες τάσεις. Όμως, δεν είναι αυτή μόνο η προσφορά του Παλαμά στην ποίηση του χτες και του σήμερα. «Ακούστε με, είμαι του καιρού μου κι όλων των εποχών» και… «… Πλάστης κ’ εγώ μ’ όλο το νου και μ’ όλη την καρδιά μου… / από τ’ αθάνατα όλα μπορεί ν’ αξίζη πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου».
Η προσφορά του είναι πανανθρώπινη. Οι συλλογές του μας δείχνουν έναν ποιητή υψηλού φιλοσοφικού στοχασμού. «… Κι αν είναι κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί ωργισμένοι… / … Φτάνει μια ιδέα να στο πη, μια ιδέα να στο προστάξη, / κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είν’ απάνου απ’ όλα». Ο Παλαμάς της φύσης, του έρωτα και του θανάτου, του πάθους, της νοσταλγίας και της ελπίδας, του ονείρου και της πραγματικότητας. Η ανεπτυγμένη στιχουργική συμφωνία, το πυκνό επίγραμμα, η κριτική και η μαντεία, το ύψος και το βάθος, συμπλέκονται σ’ ένα φαντασμαγορικό κι ανεπανάληπτο ποιητικό σύνολο.
ΑΓΑΠΗ (από το «Δωδεκάλογο του γύφτου»)
«Περδικόστηθη Τσιγγάνα / ω μαγεύτρα, πού μιλείς / τα μεσάνυχτα προς τ’ άστρα / γλώσσα προσταγής / που μιλώντας γιγαντεύεις / και τους κόσμους ξεπερνάς / και τ’ αστέρια σου φορούνε / μια κορώνα ξωτικιάς! / … Μάθε με όλα να διαβάζω / τα υπερκόσμια μυστικά / στο σκολειό της αγκαλιάς σου / μέσα στα φιλιά… / …Είπα, κι άκουσες, και γέρνεις… / Τρισαλιά μου, ω τρισαλιά… / Στα μεστά στα νικηφόρα / στήθια σου ηύρα μοναχά / της γυναίκας την απάτη / και της σάρκας τη σκλαβιά… /… κι όντας μέσ’ στην αγκαλιά σου / σφιχτοκλής με ερωτική / ω γυναίκα, εσύ σαν όλες / ψεύτρα, σκλάβα! Ποια είσ’ εσύ;…»
Αρχίζει να ξεπροβάλλει ένας νέος Εθνικός ποιητής. Ένα απ’ τα μεγάλα τέκνα που γέννησε η Ελλάδα, μετά την απόκτηση της ελευθερίας της. Πατριδολάτρης και αλληγορικός, τονίζει: «Καβάλλα πάει ο Χάροντας / το Διγενή στον Άδη, / κι άλλους μαζί… Κλαίει, δέρνεται / τ’ ανθρώπινο κοπάδι… / Και σά να μην τον πάτησε / του Χάρου το ποδάρι, / ο Ακρίτας μόνο ατάραχα / κοιτάει τον καβαλλάρη!… / … – Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα, / δεν περνώ με τα χρόνια. / Μ’ άγγιξες και δε μ’ ένοιωσες / στα μαρμαρένια αλώνια; / Είμ’ εγώ η ακατάλυτη / ψυχή των Σαλαμίνων. / Στην Εφτάλοφην έφερα / το σπαθί των Ελλήνων. / Δε χάνομαι στα Τάρταρα, / μονάχα ξαποσταίνω. / Στη ζωή ξαναφαίνομαι / και λαούς ανασταίνω! –»
Στα πρώτα του ποιήματα «Τα τραγούδια της Πατρίδας», η ποιητική μορφή του κυριαρχεί με τη λέξη «πατρίδα». «-“Πατρίδα μου, τι θες να σου χαρίσω – για τον καλό το χρόνο που θα ’ρθεί;” –“Παιδί μου, το κορμί το λιονταρίσιο – και το παλλικαρίσιο το σπαθί!”» Με τις απλές αυτές, μα και από ένα βαθύτερο και συλλογικό εθνικό βίωμα βγαλμένες στροφές, ο νεαρός ακόμη Παλαμάς ερμήνευε τον Πανελλήνιο πόθο της μετεπαναστατικής Ελλάδας. «…Τραγούδι των ηρώων! Εμπρός, τραγούδι των ηρώων! / Απάνου από τ’ απόσταχτα, άναψε, ω φλόγα, λάμψε…»
Ακόμα… «Η Ελλάδα! Πάντ’ Ανάσταση μέσ’ απ’ το κρύο το χώμα». Επιθυμεί ν’ αποκτήσει ξανά τα παλαιά πνευματικά και ιστορικά της πλούτη, όχι περιφέροντας στη φιλελληνική Ευρώπη το δίσκο της επαιτείας, στολισμένον μελαγχολικά με παλαιότατους αρχοντικούς Θυρεούς, Αρχαιοελληνικούς και Βυζαντινούς, αλλά με τις δικές της δημιουργικές και αγωνιστικές δυνάμεις.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ (από τα «Τραγούδια της Πατρίδος μου»)
«Φτωχά γεννάς τραγούδια, πατρίς, φτωχή μητέρα! / Μικρά πουλιά πετούνε μέσ’ σε κλουβί στενό, / Οι σταυραϊτοί γυρεύουν ελεύθερον αέρα / Κι’ απέραντο ουρανό… / … Όμως θα ’ρθή μια ’μέρα που η πατρίς, μεγάλη, / Τη γλώσσα τη μεγάλη θα βρή μέσ’ ’ς την καρδιά / Και θέ να έχουν ταίρι του κλέφτ’ οι στίχοι πάλι / Κ’ οι Πίνδαροι παιδιά! / Ω ποιηταί πού τότε γλυκά θα τραγουδάτε, / – Τι χρόνια μακρυσμένα, τι όνειρο χρυσό! – / Που δε ’θά είν’ οι δάφνες πικρές και θα τρυγάτε / Αμάραντα τα ρόδα ’ψηλά ’ς τον Παρνασσό, / Ω! μη μας λησμονάτε! Κ’ εμείς για σας, αηδόνια, / Φυτέψαμε τις δάφνες και τις τριανταφυλλιές. / Βαστάξαμε κι’ αγκάθια εμείς και καταφρόνια, / Για νάχετε σεις τάνθη και τις μοσχοβολιές».
Στο «Δωδεκάλογο του γύφτου», σε ’κείνο το μακρόπνοο ποίημα, ο Γύφτος συμβολίζει την Ελληνική ψυχή, τον άνθρωπο γενικά και την Ελληνική ιδέα. Θέλει ν’ ανανεώσει τη ζωή, να γκρεμίσει όλες τις συμβατικές αξίες και τις κοινωνικές προλήψεις. Η αδιάκοπη μεταβολή, η αντικατάσταση του παλιού με το καινούριο, η αναδημιουργία του κόσμου, τον απασχολούν σοβαρά κι έχει αστραπές ποιητικού θυμού. «… -Γύφτε λαέ, άκουσέ με, δε σου μίλησε / προφήτης σου ποτέ σαν τη δική μου γλώσσα…» Και αλλού… «Δουλεύτε τον ξανά τον κόσμο στη φωτιά / χτυπώντας τον με το σφυρί και με τ’ αμόνι… Περάστε απάνου από τις μάντρες τα μουλάρια σας / φτερώστε τα σαν τα σκουπόξυλα / όταν οι μάγισσες τα κουβαλάνε… / Ο κόσμος ακομμάτιαστος και απέραντος… / Όπου τελειώνουν οι στεριές / τα πέλαγα αρχινάνε!» Πίστευε, λοιπόν, στην παγκοσμιοποίηση. Ανοιχτό μυαλό, είχε υιοθετήσει την άποψη αυτή και προέτρεπε για την αλλαγή του κόσμου, την αναδιοργάνωση και αναμόρφωση, μέσα από δύσκολες συνθήκες και καταστάσεις. Βέβαια, έλπιζε στις ηθικές ισορροπίες της διανόησης…
Τα ποιήματά του έχουν ποικιλία ρυθμών, μέτρων και εμπνεύσεων. Εκτός των ποιημάτων, ο Κωστής Παλαμάς έγραφε πεζά και θέατρο. Με το θεατρικό έργο «Τρισεύγενη» κι άλλα πολλά, ξεχώρισε. Σαλπιγκτής κι ονειροπλέκτης, ενθουσιώδης και στοχαστικός, μπροστάρης μα και συνετός, επιβλήθηκε με το στίχο του. Με τη ρυθμική και λεκτική ενορχήστρωσή του, κάνει ρητορική ποίηση.
ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ (από το «Δειλοί και σκληροί στίχοι»)
«Και είταν η ώρα που όλα βραδιάζουν / και τρυφεραίνουν. Κι άνοιξε η θύρα… / Και ήσουν ντυμένη ντυμένο ως είναι / μέσ’ στην πορφύρα / της ροϊδιάς τ’ άνθος… / … Καλά δεν ξέρω ποια είν’ η ομορφιά σου / κι αν το κορμί σου κι αν η ψυχή σου / τάχα ποια δύναμη στην εικόνα σου / με πάει, μαζί σου. / … Γιατί είναι πάθος που πάει να σμίξη / κάποιον απρίλη με το χειμώνα / κ’ έτσι μια αγάπη, τη βλέπω, πλάθεται / σά μια γοργόνα. / … Και είπα στα ωχρά μου χείλια: – Ωχρά χείλια / μην τα φιλήστε τ’ άνθια της χέρια! / Κάτου απ’ τον ήσκιο της είμαι όπως είμαι κάτου απ’ τ’ αστέρια. / – Καρδιά που καίγεσαι, και ποτέ σου / δε σώνεσαι, έτσι το θέλει η Μοίρα…»
Το 1925 ο Κωστής Παλαμάς τιμήθηκε με το Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας. Το 1926 έγινε από τα ιδρυτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών και το 1930 εξελέγη Πρόεδρός της. Παράλληλα προς την ποιητική του δραστηριότητα, ασκεί σε όλο αυτό το διάστημα κι ένα βαθυστόχαστο και υψηλού επιπέδου κριτικό έργο. Στα άπαντά του, (16 τόμοι αριθμούνται), συγκεντρώθηκε όλο το έργο του, που ήταν σκορπισμένο στα λογοτεχνικά περιοδικά και τις εφημερίδες της εποχής του. Το 1960 συστάθηκε το «Ίδρυμα Παλαμά».
Εδώ, είναι αναγεννητικός ο ρόλος του ποιητή. Γνώρισε στο Ελληνικό κοινό τα εξωελληνικά ποιητικά και πνευματικά ρεύματα. Στα μαχητικά άρθρα του, η έκφρασή του παραλαμβάνει μια ξεχωριστή δύναμη, εμπλουτισμένη. Σε αυτόν ανήκει η τιμή πως «ανακάλυψε» τον Κάλβο (1888), ενώ ανέλυσε κριτικά τα μεγάλα προτερήματα της Σολωμικής ποίησης (1901). Στο μεταξύ, με την κίνηση για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, όταν το 1896 έγιναν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα, ανατέθηκε στο νεαρό ακόμα, ποιητή Παλαμά, να γράψει τον ύμνο των αγώνων. Ήταν, αυτό ήδη, μια πρώτη επίσημη αναγνώριση της ποιητικής αξίας του.
ΥΜΝΟΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ
«Αρχαίο πνεύμ’ αθάνατο, αγνέ πατέρα / του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού, / κατέβα, φανερώσου κι άστραψε εδώ πέρα, / στη δόξα της δικής σου γης και τ’ ουρανού. / Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι, / στων ευγενών αγώνων λάμψε την ορμή. / και με τ’ αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι / και σιδερένιο πλάσε κι άξιο το κορμί. / Κάμποι, βουνά και πέλαγα φέγγουν μαζί σου, / σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός. / Και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου, / Αρχαίο πνεύμ’ αθάνατο, κάθε λαός».
Στην προσωπική του ζωή, στάθηκε εξίσου τυχερός στα συναισθηματικά του. Αγάπησε κι αγαπήθηκε από πολλές γυναίκες. «Πάντα η ζωή μου θα δέρνεται από δύο πόθους τύραννους. Το αεροντυμένο φάντασμα της γυναίκας που θα γίνει όνειρο και το κορμί της γυναίκας που θα γίνει πάθος». Ήταν, ναι, το πάθος του, ήταν το κίνητρό του για να εμπνέεται, ήταν οι μούσες του. Ήθελε την ένταση, το ξελόγιασμα για να ζει, να αισθάνεται. «…Ξεφαντωτής, κυνηγητής, ξενύχτης, καβαλλάρης / για το πιοτί, για το φιλί, για της αγάπης όλα / τα ζαχαρένια, τα τρελλά… / … Θρόνος εμέναν’ ο έρωτας, η απόλαψη κορώνα…» Και… «Σαρκική γλύκα μυστική μόνο μ’ εσένα αναπνέω». Εκείνες ήταν τα μάγια της ζωής του. Ύμνησε τον έρωτα, τη γυναίκα, από τη νεότητά του ως τα βαθιά του τα γεράματα. «…Μην αγαπάς, τι ο έρωτας σκλαβώνει / θάμαζε! ο θαμασμός μας μεγαλώνει» Κι αλλού: «Στης ψυχής μου της άρρωστης τα βράδια / μπάλσαμο εσείς και φεγγαροβολιά». Κι ακόμα… «Χινοπωριάτικος / με τ’ άλογό του / περνά κι είν’ έρωτας / το πρόσωπό του».
Ευτύχησε να παντρευτεί και να αποκτήσει παιδιά με τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, για την οποία έγραψε πολλά ποιήματα. «Η λατρεία στη γυναίκα του, ήταν θρησκεία και πόθος ζωής του ολάκερης ο ακόρεστος ερωτισμός του» γράφει ο Άγγελος Δόξας. Αλλά πολλές και οι απιστίες του… Μετά το θάνατό του, έγιναν γνωστές οι «Ηγερίες» και «Μούσες» του ποιητή…
ΟΛΑ Τ’ ΑΗΔΟΝΙΑ (από τα «Περάσματα και χαιρετισμοί»)
«Όλα τ’ αηδόνια, καλή μου / δεν κελαϊδούν όμοια. Είν’ άλλα / που μας χαρίζουν τη γλύκα / σά διαλεχτή, στάλα στάλα / άλλα τη χύνουν περίσσια / τρέλα, φωτιά, ποταμός / γλύκα σά μπάλσαμο του ύπνου / γλύκα ενός γάμου χορός / γλύκα σά γέλιο από χείλια / κόρης φιλιά που διψούν / γλύκα γητιά της αγάπης… /… Όλα τ’ αηδόνια, καλή μου / μια δεν τα καίει μουσική. / Ξέρω έν’ αηδόνι μια νύχτα / μέσα σε πράσινη ερμιά / ξένο, μονάκριβο, ασώπαστο. / δεν το ξανάκουσα πια. / Να είταν αηδόνι σαν τ’ άλλα; / Όχι, όχι, τρεις φορές όχι. / Δεν κελαϊδούσε σαν τ’ άλλα / μέσ’ στην κρυφούλα του κώχη. / Έσπερνε ανείπωτο κάτι / μέσα στους άγραφους ήχους / κάτι που απέλπιζε θείους / και των Ομήρων τους στίχους. / Είταν τ’ αηδόνι ένα θάμα; / Να είταν το θάμα η ψυχή μου; / Ποιος θα το πή; Δεν είν’ όμοια / όλα τ’ αηδόνια, καλή μου!»
Όμως, η μοίρα τον πόνεσε βαθιά.
Έχασε το μικρό γυιό του Άλκη.
Η απώλεια αυτή τον έριξε σε πένθος βαρύ στην υπόλοιπη ζωή του κι έγραψε ένα άλλο ποιητικό αριστούργημα.
Τα μοιρολόγια του, «Ο Τάφος», που αποτελούνται από είκοσι τέσσερις ενότητες, εμπνεύστηκε από το θάνατο του παιδιού του.
«Στο ταξίδι που σε πάει / ο μαύρος καβαλάρης / κοίταξε απ’ το χέρι του / τίποτε να μην πάρης. / Κι αν διψάσης, μην το πιής / από τον κάτου κόσμο / το νερό της αρνησιάς / φτωχό κομμένο δυόσμο! / Μην το πιής, κι ολότελα / κ’ αιώνια μας ξεχάσης. / βάλε τα σημάδια σου / το δρόμο να μη χάσεις… / … Και προσμένω σε από δω / προσμένω σε από πέρα / σε προσμένω πάντοτε / νύχτα κι αυγή και μέρα. / Ω καημέ ανιστόρητε / και ω μέγα καρδιοχτύπι / πάντα να τον καρτεράς / κάποιον που πάντα λείπει!»
Ύστερα και η Εθνική συμφορά της Κατοχής, ήταν κι αυτή που τον συγκλόνισε και αυτές οι δύο συμφορές μαζί, η μια η Εθνική και η άλλη η οικογενειακή, έριξαν τους τόνους στα έργα του.
Ο θάνατός του, είχε όπως και η ταφή του, συναισθηματική έξαρση. Ο Κωστής Παλαμάς, πέθανε το Φεβρουάριο του 1943, τον καιρό της Κατοχής. «Ο βάρδος της Ρωμιοσύνης», όπως τον αποκαλούσαν οι σύγχρονοί του, άφησε τούτη τη ζωή. «Πώς την εζήσαμε, καλά κακά, τη μαύρη ζωή… / … Την ίδια μέρα ο θάνατος, την ίδια και η ταφή… / … Βαραίνει μια σταλίτσα αγάπη, κ’ είναι πιο πολύ / κι απ’ ό,τι είναι της δόξας οι ωκεανοί…»
Οι Έλληνες, έψαλαν τον Εθνικό Ύμνο μπροστά στους πάνοπλους Γερμανούς και ειπώθηκε εκείνο το μοναδικό, το περίφημο «Σήμερα στο φέρετρό σου, ακουμπάει όλη η Ελλάδα!»
Ήταν η αντρειωμένη απάντηση στο ποίημά του, σε αυτό που είχε γράψει για τη νεολαία: «…Αυτό το λόγο θα σας πω / δεν έχω άλλο κανένα / μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα!»
Μαρ
20
«Είτε βραδιάζει / είτε φέγγει / μένει λευκό / το γιασεμί».

Το όνομα Γιώργος Σεφέρης είναι λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη. Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 29 Φεβρουαρίου 1900. Δίσεκτη χρονιά. Τα παιδικά του χρόνια, καθώς κι εκείνα της εφηβείας, τα πέρασε στη γενέτειρά του. Ο πατέρας του ήταν Έλληνας νομομαθής, διακεκριμένος Καθηγητής της Νομικής. Όταν ξέσπασε ο 1ος Παγκόσμιος πόλεμος, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, μαζί με την οικογένειά του. Εκεί, ο Γιώργος Σεφέρης έλαβε τη γυμνασιακή του μόρφωση. Το 1918 έφυγε για το Παρίσι, για να σπουδάσει Νομικά. Στην Πόλη του Φωτός επηρεάστηκε από τις έντονες πνευματικές και καλλιτεχνικές ζυμώσεις (ποίηση, ζωγραφική, χορός, ρώσσικα μπαλέτα, μουσική) και άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους.

Αργότερα, διορίστηκε Ακόλουθος στο Υπουργείο Εξωτερικών. Στο δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ακολούθησε την τότε εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή, ως Υπάλληλος της Υπηρεσίας Πληροφοριών. Ακόμα διορίστηκε Πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο. Το 1963 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας, το καλύτερο και μεγαλύτερο γι’ αυτόν δώρο της προσφοράς του. Επιπλέον, ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτωρ διαφόρων Πανεπιστημίων (Θεσσαλονίκης, Καίμπριτζ, Οξφόρδης) και τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις. Οι διαδρομές του στα γράμματα ήταν εξαιρετικές. Τα έργα του είναι: Στροφή (1931), Στέρνα (1932), Μυθιστόρημα (1935), Γυμνοπαιδία (1936), Τετράδιο γυμνασμάτων (1940), Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄ (1940), Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄ (1944), Κίχλη (1947), Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄ και Τρία κρυφά ποιήματα (1966).
Τα θέματά του τα εμπνεύστηκε από την Αρχαία και σύγχρονη Ελληνική ιστορία και τη ζωή. Στην Ευρώπη είχε διδαχθεί τους τρόπους μιας κάποιας ποιητικής έκφρασης. Θαύμαζε βαθύτατα το έργο του Αγγλοαμερικανού ποιητή T. S. Eliot. Τον παρουσίασε κιόλας στην Ελλάδα, μέσω της συλλογής μεταφράσεων με τον τίτλο «Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα» το 1936, στην οποία προέταξε εκτενή εισαγωγή. Επιπλέον, τα πρώτα του ποιήματα φέρουν εμφανώς τα σημάδια της ανάγνωσης των έργων του P. Valéry, του J. Lafrogue, του P. Claudel, του A. Cide, του L.-P. Fargue και του J. Moréas (πραγματικό όνομα του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου), με τον οποίο ένιωθε λόγω καταγωγής μια ορισμένη συγγένεια. Από την επιρροή όμως αυτών των δημιουργών, απομακρύνθηκε αποφασιστικά. Άρχισε να αποκρυσταλλώνει το τοπίο, που θα του προσέδιδε φήμη στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το Αιγαίο, οι Αρχαίοι μύθοι των θεών και των ηρώων, όπως και οι ηρωϊκοί θρύλοι των Αργοναυτών και του Τρωϊκού πολέμου, αποτελούν το πρωταρχικό υλικό καθώς, η μελαγχολία, η αναζήτηση και, βέβαια, η νοσταλγία και η αθυμία. «… Κοιτάζω τα μάτια. μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά / μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει / κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα. / Δεν έχω άλλη δύναμη».
Τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα εμφανίστηκαν στα κατοπινά δημιουργήματά του… Η ποίησή του, τον θέλει να «καθηλώνεται» σε μία ειδική στάση, η οποία είναι ίδια και απαράλλαχτη ως το τέλος της ζωής του. «Κ’ είναι η ζωή ψυχρή, ψαρίσια…», δηλώνει. Αποκαλύπτει μια διάθεση.. «Πήραμε τη ζωή μας. λάθος! / κι αλλάξαμε ζωή», η οποία επηρεάζει το ύφος του.
Ευσυνείδητος, αυστηρός και επίμονος τεχνίτης έχει ολοφάνερη ροπή προς την πνευματική επεξεργασία του υλικού του. Στη διαπίστωση αυτή, που είναι προς τιμή του, η συμπύκνωση ακόμα του ποιητικού του λόγου, η μαθηματική έκφραση, η αναλυτική, η πνευματικά γενικευμένη, η άμεσα συμπερασματολογική, δίνει το δικό του ύφος. Χωρίς απορίες κι ερωτήματα, εμπρός στις μεγάλες βεβαιότητες, το θάνατο και το σώμα. Φοβάται τις αισθήσεις, εν αντιθέσει με τον Παλαμά και τον Καβάφη. «… Και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα / και το τίναγμα / τα χείλια, το χαϊδεμένο δέρας / όλα γυρεύουν να καούν…» Έχει ένα παράξενο μίγμα από πικρία στοχασμού και από συναισθηματική γλυκύτητα. Διαποτίζει μα και χαλιναγωγεί άψογα την πεζολογία του, σε στοχαστική και άμεσα διδακτική στιχουργία.
«ΤΟ ΥΦΟΣ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ» (από τη «Στροφή»)
«Το ύφος μιάς μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε / ξένο τόπο / ο αιθέρας μιάς παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε / κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου / η φωνή μιάς γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση / και με τόσο κόπο. / ένα τέλος απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου / Σεπτεμβρίου… / … ένας απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει / αστρονομίζεται γυρεύει… / …Πού ’ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα / στα δυό και τον αποσβολώνει; / Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος / μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κάτω από μια ρυτίδα. / Σα μια στάλα μελάνι σε μαντίλι η πλήξη απλώνει…»
Όπως όλοι οι ποιητές μας, γενικότερα κι αυτός, δεν αποτελούσε εξαίρεση. Είχε την ιδιαιτερότητά του. Είχε άρνηση για κάθε «απόλυτο». Στάση απογοητευμένου κάποιες φορές. «Στην πέτρα της υπομονής / κάθισες προς το βράδυ / με του ματιού σου το μαυράδι / δείχνοντας πως πονείς…» Η ορμητικότητα και το συναίσθημα, κυριάρχησαν στην ποίησή του και ήταν λιτός σαν τον Καβάφη. Τα αίτια της αθυμίας του υποδηλώνουν ότι συνειδητοποίησε την απώλεια κάποιας «ευτυχίας», σαν πίστεψε πως πράγματι ήταν, αλλά ήρθε και έφυγε γρήγορα. «Πού να μαζεύεις τα χίλια κομματάκια του κάθε ανθρώπου». Διαπίστωσε ότι ζούσε καταστάσεις μέτριες, πολύ πιο κάτω από αυτές που προσδοκούσέ η ψυχή του.
Κάτι, ίσως, ανεκπλήρωτο τον βασάνιζε ως τα τελευταία του χρόνια. «Τι μπορεί να θυμάται μία φλόγα;» και… «Λυπήσου εκείνους που περιμένουν. Τίποτε άλλο…» Ανενδοίαστα, αποκάλυπτε και μια επικούρεια πλευρά του χαρακτήρα του. «Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν». Δείχνει τη γυναίκα. Στα έργα του είναι εμφανέστατη η παρουσία της η οποία αισθητοποιείται μέσα από ιδιαίτερα ευαίσθητους στίχους. «…Σαν την ανάμνηση της φωνής σου, λέγοντας “ευτυχία”». Μοιρασμένη στην αισθησιακή προσφορά της και την ψυχική συμπαράσταση, γίνεται λεπτό και μελαγχολικό το άρωμά της. Με παιχνιδίσματα και ζευγαρώματα στις εικόνες του προσθέτει συγκινήσεις και αφορμές για τραγουδοπλεξίματα.
Γλυκόλαλες σειρήνες οι γυναικείες μορφές, επιστρέφουν συνεχώς μισοφωτισμένες, σαν μόνιμα μοτίβα, καθόλου απαλλαγμένες από τα ίχνη του αισθησιασμού.
«ΡΙΜΑ» (Από τη «Στροφή»)
Χείλια, φρουροί της αγάπης μου που ήταν να σβήσει / χέρια, δεσμά της νιότης μου που ήταν να φύγει / χρώμα προσώπου χαμένου κάπου στη φύση / δέντρα… πουλιά … κυνήγι… / Κορμί, μαύρο μες στο λιοπύρι σαν το σταφύλι / κορμί πλούσιο καράβι μου, πού ταξιδεύεις; / Είναι η ώρα που πνίγεται το δείλι / και κουράζομαι ψάχνοντας τα ερέβη… / (Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει).
Έκδηλος είναι ο εγωκεντρισμός του, που διαφαίνεται στον «Ερωτικό λόγο» ως ένας συγκρατημένος, με αξιοπρέπεια σπαραγμός, για τη νιότη που φεύγει, «Όσο περνούν τα χρόνια, βλέπω τον ήλιο μ’ άλλα μάτια», για τη ζωή, «Κι εγώ στα χέρια μου μόνο μ’ ένα καλάμι… / … Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί… / … είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει…», αλλά και για την αγάπη, «Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα / ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημά του ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης…»
Ο λόγος και η γλώσσα του είναι έντεχνα και δίνουν μια αυτονομία στο είδος του ποιητικού του έργου. Στη γραφή του, κάθε ξαφνική στράτευση, αναιρείται και τέλος παθητικοποιείται. Απόλυτη η ταύτιση της ενεργητικής και παθητικής μέθεξης. «Κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά…» Το φαινόμενο της αυτονομίας αυτής λειτούργησε σαν μια «συναλλαγή». Ένα υπόγειο ρεύμα ενώνει, χωρίς να εμποδίζει, την ξεχωριστή ανάπτυξη και διαμόρφωση της ποίησής του και ταυτόχρονα την επιβάλλει. Μια απόδειξη που οδήγησε τον άνθρωπο και τον ποιητή σ’ αυτό το κατανυκτικό «άνω σχώμεν τας καρδίας». Άπειρες διακυμάνσεις, μάλιστα τόσο σφοδρές, που καταγράφονται στις εικόνες του, στην έκφρασή του, στον τόνο του και στο ρυθμό του. Σχέδια και σκοπιμότητες, εμπειρίες και αποκαλύψεις, μετρούν και κρίνουν την ανθρωπιά του, το μεγαλείο του. Χίλια μύρια στοιχεία που πέφτουν το ένα στην αγκαλιά του άλλου.
«ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ» (από τη «Στροφή»)
«Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις / μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί / κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις / κι ήταν τα χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί… / … Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες / την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός / να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυό μοίρες / και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως. / Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα! / Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής… /… “Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο… / … χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο… / … Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας / πώς πάει και λιγοστεύει / μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς / μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει / και χάνεται στο λίκνισμα μιάς ξένης αγκαλιάς… /… Δυό φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια / σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών / για μιάν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια / ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρών… / … Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει; / Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ’ναι για μας πλωτός;…»
Αργότερα, ο Γ. Σεφέρης γράφοντας μας δείχνει ότι προσπάθησε να διοχετεύσει την αθυμία του σε σχήματα Ζωής. «… Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε. / Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη. / Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε. / Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη. / Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας. / Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…» Εδώ, υπαγορεύει η αξιοπρέπεια και μία επιθυμία, για να βιώσει τη σοβαρή ομορφιά. Δε θρηνολογεί γι’ αυτούς τους ολέθρους που δεν επανορθώνονται. «…Ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά». Δεν κραυγάζει, δε σπαράζει, αλλά περιορίζεται να δακρύζει «εσωτερικά», όπως οι αρχαίοι φιλόσοφοι, που αποδέχονταν καρτερικά τα όσα συνέβαιναν στη ζωή και στη μυστηριακά δοσμένη μοίρα των θνητών.
Ερχόμαστε σε επαφή με μία αληθινά ποιητική ψυχή. Στα λογοτεχνικά του ξετυλίγματα, διαφαίνονται η υψηλή έμπνευση και η διατύπωση των απόψεών του. Τα πρόσωπα που «ανάβουν και σβήνουν μια στιγμή», γιατί μια στιγμή είναι η ζωή μας και «η διψασμένη αγάπη» που πριν ξεδιψάσει περνάει στο «μνήμα». Από το δράμα της βραχύβιας ύπαρξης, προσπαθεί, πιεζόμενος πάντα από την έμφυτη ανάγκη της σεμνότητας, να αντλήσει και να διδαχθεί το μάθημα μιάς ολιγάρκειας, «σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα / που θα ’χε χρόνια μέσα στον αγέρα ταξιδέψει…» Η γεύση της στάχτης, η παραίτηση, η θλίψη στην καρδιά, μας καταγράφουν μία εικόνα πιο επική. Περιγράφει παραστάσεις και παρουσίες, έντονα συνυφασμένα, με μιαν ωραία σχεδόν δωρική εγκαρτέρηση.
«ΦΥΓΗ» (Από το «Τετράδιο γυμνασμάτων»)
«Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας / έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε / ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό / ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο / μέσα στο πρωινό χορτάρι / ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε / να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας. / Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε / σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν / να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε με τόσο πάθος. / Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε / μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες / κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα / εκείνου του ανθρώπου / κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη / μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε / μέσα στη φυγή».
Προσπαθεί να είναι ολιγαρκής. Πάντως, τελικά, και σε αυτόν, κυριαρχεί η αίσθηση της φθοράς και του κενού, μέσα στο χρόνο. «Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη από την καρδιά μας».
Μέσα στα «θαλασσινά ταξίδια» του, φτάνει στ’ αυτιά μας ένας μονότονος και καρτερικός ρόγχος. «… Έγινε λίμνη η μοναξιά / έγινε λίμνη η στέρηση / ανέγγιχτη κι αχάραχτη». Μία σχεδόν μάταιη και παράλογη κωπηλασία προς ένα αδικαίωτο τέρμα, που μετατοπίζεται διαρκώς μέσα στο χρόνο, ώσπου να πέσει μέσα στο θάνατο. «…Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος / ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς / δύσκολα… / … σε φίλο… / … και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου… / …Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους. / ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο. … / … Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα; / Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή; / Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν… / … Κι ά σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται… / … Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά».
Όλα όμως αυτά παράλληλα, του εξέθρεψαν μία αξεδίψαστη λαχτάρα για τη ζωή, για την οποία αγωνίσθηκε να εξισορροπήσει και να μετριάσει. «… γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου».
Αξιοζήλευτος ο εσωτερικός κόσμος του ποιητή πολύ κόσμιος, με όλη την αισθητική βαρύτητα, του λόγου τούτου που τον διακρίνει.
«ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ» (από τα «Σχέδια για ένα καλοκαίρι»)
«Ανάμεσα σε δυό πικρές στιγμές δεν έχεις καιρό μήτε / ν’ ανασάνεις / ανάμεσα στο πρόσωπό σου και στο πρόσωπό μου / μια τρυφερή μορφή παιδιού γράφεται και σβήνει. / Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές / υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη / υπάρχει μια έκσταση, / όλα σκληρά σαν τα κοχύλια / μπορείς να τα κρατήσεις στην παλάμη σου. / Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές / μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια / και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες».
Αναφέρθηκε κι έγραφε για τον τόπο του, την ιστορία του, και μέσ’ από εκεί θέλησε να εκφράσει τη δική του θέση. «Λίγο ακόμα, / να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Εκεί χαρακτηριζόταν από έναν απελπισμένο, βαθύ πόνο για τα γκρεμισμένα μνημεία, για τις εθνικές τραγωδίες, για τη φθορά και τη μοναξιά. «…Είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές / πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά / τη μοίρα μας…» κι αλλού «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει…» ή όπως «Κι αν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει… /… μας βαραίνουν / οι φίλοι που δεν ξέρουν πιά πώς να πεθάνουν».
Στο παρακάτω ποίημα είναι εμφανείς οι συγκινήσεις του ποιητή από την καταστροφή της Σμύρνης (1922).
«ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ»
«Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας / πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών / στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε / χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα / ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια… / … Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας… / … κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας / κι εκείνης της θάλασσας, / χωρίς αφή / χωρίς ανθρώπους / μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας / ούτε δική σας…»
Ο ποιητής επηρεάστηκε αρκετά από τον Παγκόσμιο χαλασμό, ο οποίος εξαπλώθηκε και στον τόπο μας. «Ανθρώπους ξεχασμένους… ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν, έργα σταματημένα, σιωπηλούς σταθμούς».
Όμως, οι προσωπικές και ατομικές διαθέσεις του, δύσκολα ανταποκρίνονται στην απόδοση καθολικότερων προβλημάτων. Αποφεύγει τη στράτευση απέναντι στα βασικά υπαρξιακά, αισθητικά και πολιτικά ερωτήματα της εποχής του. «Δε φελά να μιλάμε. / τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να την γυρίσει;» Δε θέτει πρόβλημα εσχάτων, προς όφελος μιας ενδοκοσμικής πληρότητας. Τούτο τον οδηγεί σ’ έναν συναισθηματικό ηθικισμό, σε μια αφελή παραίτηση. Γενικά, η λειτουργία του εμφανίζεται και προσθέτει νέους μελαγχολικούς τόνους. «Στο Βασιλιά της Ασσίνης» και κατά ένα μεγάλο μέρος στον «Κόσμο της Κύπρου» κινείται, αναζητά, δουλεύει πότε με κέφι, πότε χωρίς, πάσχισε, ναι, να πλατύνει τα όριά του, να τα «σοβαρέψει».
Είναι ένα πνεύμα οξύ, καλλιεργημένο. Βαθιά στοχαστικός, συμπερασματικός. «… Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες…» Έχει μία ενάργεια και μια ιδιορρυθμία που σε κεντρίζουν. Συγκινητικά και μελαγχολικά συνοψίζει καθάριες γραμμές, θαρρείς και κάνει προσεκτικό ξεδιάλεγμα. «Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες» και… «… Αηδόνι, αηδόνι, αηδόνι, / τ’ είναι θεός; τι μή θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;…» Στο ποίημα «Κίχλη», έργο πυκνό και περίπλοκο, ίσως το ωραιότερο ποίημά του, πραγματοποιεί μία νέα επιτυχημένη πράγματι προσπάθεια, να δημιουργήσει μία προσωπική μυθολογία σχετικά με το κεντρικό θέμα του, την αναπόφευκτη φθορά του προσώπου μέσα στο χρόνο.
Αντλεί από το μύθο του Οδυσσέα για να δημιουργήσει έναν δικό του υπερβολικό και συμβολικό νόστο. «… Μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν / μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν / ή που χαθήκαν…» ή «…Την ώρα που τα ονείρατα αληθεύουν / στο γλυκοχάραμα της μέρας / είδα τα χείλια που άνοιγαν / φύλλο το φύλλο. / Έλαμπε ένα λιγνό δρεπάνι στον ουρανό. / Φοβήθηκα μην τα θερίσει». Επιμένει να ξεπεράσει το φόβο του θανάτου πέρα από το «παραμίλημα της σάρκας», με την πνευματικότερη αντιμετώπιση του υπαρξιακού προβλήματος
«ΚΙΧΛΗ»
«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε / να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα. πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί. … / … Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό / μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα… / … Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια… / … Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις… / … – Άκουσε ακόμη τούτο. Στο φεγγάρι / τ’ αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι… / … – Είναι το φως… ίσκιοι της νύχτας… / … και μένει μόνο το άρωμα της απουσίας / μιάς νέας μορφής. / Αλήθεια, τα συντρίμμια / δεν είναι εκείνα. εσύ ’σαι το ρημάδι. / σε κυνηγούν με μια παράξενη παρθενιά… / … Καληνύχτα. / – … γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πιά συντρίμμια, / είμαστε εμείς… / … Πάρε κυκλάμινα, πευκοβελόνες, / κρίνα απ’ την άμμο, κι απ’ τη θάλασσα ανεμώνες. / γυναίκα που έχασες το νου, / άκου, περνά το ξόδι του νερού…/ … Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε… / δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη. …»
Η ποίησή του, είναι δύσκολη στην κατάκτηση των εκφραστικών της τρόπων από τον αναγνώστη, ωστόσο δίδαξε στους νεότερους ποιητές την αφαιρετική επεξεργασία της πυκνής – και με τη διανοητική μέθεξη – ποιητικής εικόνας. «Είτε βραδιάζει / είτε φέγγει / μένει λευκό / το γιασεμί».
Εκτός από το καθαρά ποιητικό του έργο, έγραψε και δοκίμια, φιλοτέχνησε μεταφράσεις έργων ξένων δημιουργών, οι οποίοι τον επηρέασαν γόνιμα στην ποίησή του. Ασχολήθηκε με τη μετάφραση κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης («Άσμα ασμάτων») και την «Αποκάλυψη του Ιωάννη» κι ακόμα έσκυψε με αληθινή αγάπη στην ελληνική λαϊκή παράδοση, αναζητώντας τα στοιχεία που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν σε μια ουσιαστική εθνική αυτογνωσία (Ερωτόκριτος, Μακρυγιάννης, Θεόφιλος).
Στα «Τετράδια του Νότου», στο τελευταίο τεύχος, δημοσιεύονται μεταφρασμένα πέντε ποιήματά του, παρμένα από την τελευταία ανθολογία του Ζαν Λακαρριέρ και της Ευγενίας Μαυράκη, με το εξής σημείωμα της διεύθυνσης του περιοδικού: «Ασφαλώς το Νόμπελ, χρωστούσε αυτή την τιμή στην Ελλάδα, που είχε αναβληθεί με το Ν. Καζαντάκη. Η απόφασή του ήταν ευτυχής, στεφανώνοντας το Γ. Σεφέρη. Είναι ο πέμπτος από τους μεγάλους ποιητές που η Ελλάδα μας έδωσε, στο διάστημα μισού αιώνα. Μετά τον Κ. Παλαμά και τον Κ. Καβάφη, ο Γ. Σεφέρης είναι ο τραγουδιστής της κάθε ελληνικής ψυχής και της κάθε νοσταλγίας, αυτής της απλής και θαρραλέας ψυχής που οι δυσκολίες δε τη ρίχνουν κάτω και που οι πρόσφατες τραγωδίες την απόδειξαν άξια ενός ένδοξου παρελθόντος».
Ο Γ. Σεφέρης έζησε ως το 1971. Το τέλος του ήρθε απροσδόκητα, από μία βραχύχρονη ασθένεια. Βαθιά η ρωγμή της απώλειας! Μέγας ο θρήνος! Δεν έλεγε να λιγοστέψει η άφατη θλίψη από το χαμό του. Είχε κάτι από την ιδιαίτερη πικρή γεύση της ποίησής του. Φεύγοντας από τούτον τον κόσμο, ένας μεγάλος ακόμα Έλληνας ποιητής του καιρού μας, μαζί με τα αισθήματα θλίψης και πένθους που γέννησε, διοχέτευσε με κάποιο τρόπο κι εκείνα τα μυστικά ρεύματα του στοχαστικού πόνου, που είχε η εξαιρετκά δημιουργική του πορεία. «Ο Ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε… / …Ήταν δικός μας ο ήλιος…»
Μαρ
12

