Archive for the ‘ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ’ Category

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ 1900-1971 – Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου (Γ.Α.Π.) (απόσπασμα από το βιβλίο της «ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κ. Μ. ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ)   Leave a comment

«Είτε βραδιάζει / είτε φέγγει / μένει λευκό / το γιασεμί».

getImageΤο όνομα Γιώργος Σεφέρης είναι λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη. Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 29 Φεβρουαρίου 1900. Δίσεκτη χρονιά. Τα παιδικά του χρόνια, καθώς κι εκείνα της εφηβείας, τα πέρασε στη γενέτειρά του. Ο πατέρας του ήταν Έλληνας νομομαθής, διακεκριμένος Καθηγητής της Νομικής. Όταν ξέσπασε ο 1ος Παγκόσμιος πόλεμος, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, μαζί με την οικογένειά του. Εκεί, ο Γιώργος Σεφέρης έλαβε τη γυμνασιακή του μόρφωση. Το 1918 έφυγε για το Παρίσι, για να σπουδάσει Νομικά. Στην Πόλη του Φωτός επηρεάστηκε από τις έντονες πνευματικές και καλλιτεχνικές ζυμώσεις (ποίηση, ζωγραφική, χορός, ρώσσικα μπαλέτα, μουσική) και άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους.

Αργότερα, διορίστηκε Ακόλουθος στο Υπουργείο Εξωτερικών. Στο δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ακολούθησε την τότε εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή, ως Υπάλληλος της Υπηρεσίας Πληροφοριών. Ακόμα διορίστηκε Πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο. Το 1963 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας, το καλύτερο και μεγαλύτερο γι’ αυτόν δώρο της προσφοράς του. Επιπλέον, ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτωρ διαφόρων Πανεπιστημίων (Θεσσαλονίκης, Καίμπριτζ, Οξφόρδης) και τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις. Οι διαδρομές του στα γράμματα ήταν εξαιρετικές. Τα έργα του είναι: Στροφή (1931), Στέρνα (1932), Μυθιστόρημα (1935), Γυμνοπαιδία (1936), Τετράδιο γυμνασμάτων (1940), Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄ (1940), Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄ (1944), Κίχλη (1947), Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄ και Τρία κρυφά ποιήματα (1966).

Τα θέματά του τα εμπνεύστηκε από την Αρχαία και σύγχρονη Ελληνική ιστορία και τη ζωή. Στην Ευρώπη είχε διδαχθεί τους τρόπους μιας κάποιας ποιητικής έκφρασης. Θαύμαζε βαθύτατα το έργο του Αγγλοαμερικανού ποιητή T. S. Eliot. Τον παρουσίασε κιόλας στην Ελλάδα, μέσω της συλλογής μεταφράσεων με τον τίτλο «Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα» το 1936, στην οποία προέταξε εκτενή εισαγωγή. Επιπλέον, τα πρώτα του ποιήματα φέρουν εμφανώς τα σημάδια της ανάγνωσης των έργων του P. Valéry, του J. Lafrogue, του P. Claudel, του A. Cide, του L.-P. Fargue και του J. Moréas (πραγματικό όνομα του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου), με τον οποίο ένιωθε λόγω καταγωγής μια ορισμένη συγγένεια.  Από την επιρροή όμως αυτών των δημιουργών, απομακρύνθηκε αποφασιστικά. Άρχισε να αποκρυσταλλώνει το τοπίο, που θα του προσέδιδε φήμη στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το Αιγαίο, οι Αρχαίοι μύθοι των θεών και των ηρώων, όπως και οι ηρωϊκοί θρύλοι των Αργοναυτών και του Τρωϊκού πολέμου, αποτελούν το πρωταρχικό υλικό καθώς, η μελαγχολία, η αναζήτηση και, βέβαια, η νοσταλγία και η αθυμία. «… Κοιτάζω τα μάτια. μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά / μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει / κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα. / Δεν έχω άλλη δύναμη».

Τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα εμφανίστηκαν στα κατοπινά δημιουργήματά του… Η ποίησή του, τον θέλει να «καθηλώνεται» σε μία ειδική στάση, η οποία είναι ίδια και απαράλλαχτη ως το τέλος της ζωής του. «Κ’ είναι η ζωή ψυχρή, ψαρίσια…», δηλώνει. Αποκαλύπτει μια διάθεση.. «Πήραμε τη ζωή μας. λάθος! / κι αλλάξαμε ζωή», η οποία επηρεάζει το ύφος του.

Ευσυνείδητος, αυστηρός και επίμονος τεχνίτης έχει ολοφάνερη ροπή προς την πνευματική επεξεργασία του υλικού του. Στη διαπίστωση αυτή, που είναι προς τιμή του, η συμπύκνωση ακόμα του ποιητικού του λόγου, η μαθηματική έκφραση, η αναλυτική, η πνευματικά γενικευμένη, η άμεσα συμπερασματολογική, δίνει το δικό του ύφος. Χωρίς απορίες κι ερωτήματα, εμπρός στις μεγάλες βεβαιότητες, το θάνατο και το σώμα. Φοβάται τις αισθήσεις, εν αντιθέσει με τον Παλαμά και τον Καβάφη. «… Και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα / και το τίναγμα / τα χείλια, το χαϊδεμένο δέρας / όλα γυρεύουν να καούν…» Έχει ένα παράξενο μίγμα από πικρία στοχασμού και από συναισθηματική γλυκύτητα. Διαποτίζει μα και χαλιναγωγεί άψογα την πεζολογία του, σε στοχαστική και άμεσα διδακτική στιχουργία.

«ΤΟ ΥΦΟΣ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ» (από τη «Στροφή»)

«Το ύφος μιάς μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε / ξένο τόπο / ο αιθέρας μιάς παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε / κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου / η φωνή μιάς γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση / και με τόσο κόπο. / ένα τέλος  απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου / Σεπτεμβρίου… / … ένας απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει / αστρονομίζεται γυρεύει… / …Πού ’ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα / στα δυό και τον αποσβολώνει; / Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος / μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κάτω από μια ρυτίδα. / Σα μια στάλα μελάνι σε μαντίλι η πλήξη απλώνει…»

Όπως όλοι οι ποιητές μας, γενικότερα κι αυτός, δεν αποτελούσε εξαίρεση. Είχε την ιδιαιτερότητά του. Είχε άρνηση για κάθε «απόλυτο». Στάση απογοητευμένου κάποιες φορές. «Στην πέτρα της υπομονής / κάθισες προς το βράδυ / με του ματιού σου το μαυράδι / δείχνοντας πως πονείς…» Η ορμητικότητα και το συναίσθημα, κυριάρχησαν στην ποίησή του και ήταν λιτός σαν τον Καβάφη. Τα αίτια της αθυμίας του υποδηλώνουν ότι συνειδητοποίησε την απώλεια κάποιας «ευτυχίας», σαν πίστεψε πως πράγματι ήταν, αλλά ήρθε και έφυγε γρήγορα. «Πού να μαζεύεις τα χίλια κομματάκια του κάθε ανθρώπου». Διαπίστωσε ότι ζούσε καταστάσεις μέτριες, πολύ πιο κάτω από αυτές που προσδοκούσέ η ψυχή του.

Κάτι, ίσως, ανεκπλήρωτο τον βασάνιζε ως τα τελευταία του χρόνια. «Τι μπορεί να θυμάται μία φλόγα;» και… «Λυπήσου εκείνους που περιμένουν. Τίποτε άλλο…» Ανενδοίαστα, αποκάλυπτε και μια επικούρεια πλευρά του χαρακτήρα του. «Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν». Δείχνει τη γυναίκα. Στα έργα του είναι εμφανέστατη η παρουσία της η οποία αισθητοποιείται μέσα από ιδιαίτερα ευαίσθητους στίχους. «…Σαν την ανάμνηση της φωνής σου, λέγοντας “ευτυχία”». Μοιρασμένη στην αισθησιακή προσφορά της και την ψυχική συμπαράσταση, γίνεται λεπτό και μελαγχολικό το άρωμά της. Με παιχνιδίσματα και ζευγαρώματα στις εικόνες του προσθέτει συγκινήσεις και αφορμές για τραγουδοπλεξίματα.

Γλυκόλαλες σειρήνες οι γυναικείες μορφές, επιστρέφουν συνεχώς μισοφωτισμένες, σαν μόνιμα μοτίβα, καθόλου απαλλαγμένες από τα ίχνη του αισθησιασμού.

«ΡΙΜΑ» (Από τη «Στροφή»)

Χείλια, φρουροί της αγάπης μου που ήταν να σβήσει / χέρια, δεσμά της νιότης μου που ήταν να φύγει / χρώμα προσώπου χαμένου κάπου στη φύση / δέντρα… πουλιά … κυνήγι… / Κορμί, μαύρο μες στο λιοπύρι σαν το σταφύλι / κορμί πλούσιο καράβι μου, πού ταξιδεύεις; / Είναι η ώρα που πνίγεται το δείλι / και κουράζομαι ψάχνοντας τα ερέβη… / (Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει).

Έκδηλος είναι ο εγωκεντρισμός του, που διαφαίνεται στον «Ερωτικό λόγο» ως ένας συγκρατημένος, με αξιοπρέπεια σπαραγμός, για τη νιότη που φεύγει, «Όσο περνούν τα χρόνια, βλέπω τον ήλιο μ’ άλλα μάτια», για τη ζωή, «Κι εγώ στα χέρια μου μόνο μ’ ένα καλάμι… / … Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί… / … είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει…», αλλά και για την αγάπη, «Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα / ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημά του ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης…»

Ο λόγος και η γλώσσα του είναι έντεχνα και δίνουν μια αυτονομία στο είδος του ποιητικού του έργου. Στη γραφή του, κάθε ξαφνική στράτευση, αναιρείται και τέλος παθητικοποιείται. Απόλυτη η ταύτιση της ενεργητικής και παθητικής μέθεξης. «Κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά…» Το φαινόμενο της αυτονομίας αυτής λειτούργησε σαν μια «συναλλαγή». Ένα υπόγειο ρεύμα ενώνει, χωρίς να εμποδίζει, την ξεχωριστή ανάπτυξη και διαμόρφωση της ποίησής του και ταυτόχρονα την επιβάλλει. Μια απόδειξη που οδήγησε τον άνθρωπο και τον ποιητή σ’ αυτό το κατανυκτικό «άνω σχώμεν τας καρδίας». Άπειρες διακυμάνσεις, μάλιστα τόσο σφοδρές, που καταγράφονται στις εικόνες του, στην έκφρασή του, στον τόνο του και στο ρυθμό του. Σχέδια και σκοπιμότητες, εμπειρίες και αποκαλύψεις, μετρούν και κρίνουν την ανθρωπιά του, το μεγαλείο του. Χίλια μύρια στοιχεία που πέφτουν το ένα στην αγκαλιά του άλλου.

«ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ» (από τη «Στροφή»)

«Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις / μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί / κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις / κι ήταν τα χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί… / … Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες / την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός / να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυό μοίρες / και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως. / Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα! / Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής… /… “Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο… / … χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο… / … Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας / πώς πάει και λιγοστεύει / μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς / μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει / και χάνεται στο λίκνισμα μιάς ξένης αγκαλιάς… /… Δυό φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια / σέρνουνται και γυρεύουνται στη  νύχτα των δεντρών / για μιάν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια / ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρών… / … Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει; / Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ’ναι για μας πλωτός;…»

Αργότερα, ο Γ. Σεφέρης γράφοντας μας δείχνει ότι προσπάθησε να διοχετεύσει την αθυμία του σε σχήματα Ζωής. «… Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε. / Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη. / Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε. / Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη. / Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας. / Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…» Εδώ, υπαγορεύει η αξιοπρέπεια και μία επιθυμία, για να βιώσει τη σοβαρή ομορφιά. Δε θρηνολογεί γι’ αυτούς τους ολέθρους που δεν επανορθώνονται. «…Ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά». Δεν κραυγάζει, δε σπαράζει, αλλά περιορίζεται να δακρύζει «εσωτερικά», όπως οι αρχαίοι φιλόσοφοι, που αποδέχονταν καρτερικά τα όσα συνέβαιναν στη ζωή και στη μυστηριακά δοσμένη μοίρα των θνητών.

Ερχόμαστε σε επαφή με μία αληθινά ποιητική ψυχή. Στα λογοτεχνικά του ξετυλίγματα, διαφαίνονται η υψηλή έμπνευση και η διατύπωση των απόψεών του. Τα πρόσωπα που «ανάβουν και σβήνουν μια στιγμή», γιατί μια στιγμή είναι η ζωή μας και «η διψασμένη αγάπη» που πριν ξεδιψάσει περνάει στο «μνήμα». Από το δράμα της βραχύβιας ύπαρξης, προσπαθεί, πιεζόμενος πάντα από την έμφυτη ανάγκη της σεμνότητας, να αντλήσει και να διδαχθεί το μάθημα μιάς ολιγάρκειας, «σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα / που θα ’χε χρόνια μέσα στον αγέρα ταξιδέψει…» Η γεύση της στάχτης, η παραίτηση, η θλίψη στην καρδιά, μας καταγράφουν μία εικόνα πιο επική. Περιγράφει παραστάσεις και παρουσίες, έντονα συνυφασμένα, με μιαν ωραία σχεδόν δωρική εγκαρτέρηση.

«ΦΥΓΗ» (Από το «Τετράδιο γυμνασμάτων»)

«Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας / έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε / ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό / ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο / μέσα στο πρωινό χορτάρι / ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε / να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας. / Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε / σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν / να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε με τόσο πάθος. / Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε / μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες / κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα / εκείνου του ανθρώπου / κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη / μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε / μέσα στη φυγή».

Προσπαθεί να είναι ολιγαρκής. Πάντως, τελικά, και σε αυτόν, κυριαρχεί η αίσθηση της φθοράς και του κενού, μέσα στο χρόνο. «Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη από την καρδιά μας».

Μέσα στα «θαλασσινά ταξίδια» του, φτάνει στ’ αυτιά μας ένας μονότονος και καρτερικός ρόγχος. «… Έγινε λίμνη η μοναξιά / έγινε λίμνη η στέρηση / ανέγγιχτη κι αχάραχτη». Μία σχεδόν μάταιη και παράλογη κωπηλασία προς ένα αδικαίωτο τέρμα, που μετατοπίζεται διαρκώς μέσα στο χρόνο, ώσπου να πέσει μέσα στο θάνατο. «…Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος / ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς / δύσκολα… / … σε φίλο… / … και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου… / …Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους. / ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο. … / … Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα; / Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή; / Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν… / … Κι ά σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται… / … Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά».

Όλα όμως αυτά παράλληλα, του εξέθρεψαν μία αξεδίψαστη λαχτάρα για τη ζωή, για την οποία αγωνίσθηκε να εξισορροπήσει και να μετριάσει. «… γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου».

Αξιοζήλευτος ο εσωτερικός κόσμος του ποιητή πολύ κόσμιος, με όλη την αισθητική βαρύτητα, του λόγου τούτου που τον διακρίνει.

«ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ» (από τα «Σχέδια για ένα καλοκαίρι»)

«Ανάμεσα σε δυό πικρές στιγμές δεν έχεις καιρό μήτε / ν’ ανασάνεις / ανάμεσα στο πρόσωπό σου και στο πρόσωπό μου / μια τρυφερή μορφή παιδιού γράφεται και σβήνει. / Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές / υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη / υπάρχει μια έκσταση, / όλα σκληρά σαν τα κοχύλια / μπορείς να τα κρατήσεις στην παλάμη σου. / Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές / μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια / και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες».

Αναφέρθηκε κι έγραφε για τον τόπο του, την ιστορία του, και μέσ’ από εκεί θέλησε να εκφράσει τη δική του θέση. «Λίγο ακόμα, / να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Εκεί χαρακτηριζόταν από έναν απελπισμένο, βαθύ πόνο για τα γκρεμισμένα μνημεία, για τις εθνικές τραγωδίες, για τη φθορά και τη μοναξιά. «…Είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές / πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά / τη μοίρα μας…» κι αλλού «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει…» ή όπως «Κι αν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει… /… μας βαραίνουν / οι φίλοι που δεν ξέρουν πιά πώς να πεθάνουν».

Στο παρακάτω ποίημα είναι εμφανείς οι συγκινήσεις του ποιητή από την καταστροφή της Σμύρνης (1922).

«ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ»

«Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας / πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών / στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε / χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα / ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια… / … Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας… / … κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας / κι εκείνης της θάλασσας, / χωρίς αφή / χωρίς ανθρώπους / μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας / ούτε δική σας…»

Ο ποιητής επηρεάστηκε αρκετά από τον Παγκόσμιο χαλασμό, ο οποίος εξαπλώθηκε και στον τόπο μας. «Ανθρώπους ξεχασμένους… ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν, έργα σταματημένα, σιωπηλούς σταθμούς».

Όμως, οι προσωπικές και ατομικές διαθέσεις του, δύσκολα ανταποκρίνονται στην απόδοση καθολικότερων προβλημάτων. Αποφεύγει τη στράτευση απέναντι στα βασικά υπαρξιακά, αισθητικά και πολιτικά ερωτήματα της εποχής του. «Δε φελά να μιλάμε. / τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να την γυρίσει;» Δε θέτει πρόβλημα εσχάτων, προς όφελος μιας ενδοκοσμικής πληρότητας. Τούτο τον οδηγεί σ’ έναν συναισθηματικό ηθικισμό, σε μια αφελή παραίτηση. Γενικά, η λειτουργία του εμφανίζεται και προσθέτει νέους μελαγχολικούς τόνους. «Στο Βασιλιά της Ασσίνης» και κατά ένα μεγάλο μέρος στον «Κόσμο της Κύπρου» κινείται, αναζητά, δουλεύει πότε με κέφι, πότε χωρίς, πάσχισε, ναι, να πλατύνει τα όριά του, να τα «σοβαρέψει».

Είναι ένα πνεύμα οξύ, καλλιεργημένο. Βαθιά στοχαστικός, συμπερασματικός. «… Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες…» Έχει μία ενάργεια και μια ιδιορρυθμία που σε κεντρίζουν. Συγκινητικά και μελαγχολικά συνοψίζει καθάριες γραμμές, θαρρείς και κάνει προσεκτικό ξεδιάλεγμα. «Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες» και… «… Αηδόνι, αηδόνι, αηδόνι, / τ’ είναι θεός; τι μή θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;…» Στο ποίημα «Κίχλη», έργο πυκνό και περίπλοκο, ίσως το ωραιότερο ποίημά του, πραγματοποιεί μία νέα επιτυχημένη πράγματι προσπάθεια, να δημιουργήσει μία προσωπική μυθολογία σχετικά με το κεντρικό θέμα του, την αναπόφευκτη φθορά του προσώπου μέσα στο χρόνο.

Αντλεί από το μύθο του Οδυσσέα για να δημιουργήσει έναν δικό του υπερβολικό και συμβολικό νόστο. «… Μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν / μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν / ή που χαθήκαν…» ή «…Την ώρα που τα ονείρατα αληθεύουν / στο γλυκοχάραμα της μέρας / είδα τα χείλια που άνοιγαν / φύλλο το φύλλο. / Έλαμπε ένα λιγνό δρεπάνι στον ουρανό. / Φοβήθηκα μην τα θερίσει». Επιμένει να ξεπεράσει το φόβο του θανάτου πέρα από το «παραμίλημα της σάρκας», με την πνευματικότερη αντιμετώπιση του υπαρξιακού προβλήματος

«ΚΙΧΛΗ»

«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε / να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα. πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί. … / … Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό / μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα… / … Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια… / … Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις… / … – Άκουσε ακόμη τούτο. Στο φεγγάρι / τ’ αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι… / … – Είναι το φως… ίσκιοι της νύχτας… / … και μένει μόνο το άρωμα της απουσίας / μιάς νέας μορφής. / Αλήθεια, τα συντρίμμια / δεν είναι εκείνα. εσύ ’σαι το ρημάδι. / σε κυνηγούν με μια παράξενη παρθενιά… / … Καληνύχτα. / – … γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πιά συντρίμμια, / είμαστε εμείς… / … Πάρε κυκλάμινα, πευκοβελόνες, / κρίνα απ’ την άμμο, κι απ’ τη θάλασσα ανεμώνες. / γυναίκα που έχασες το νου, / άκου, περνά το ξόδι του νερού…/ … Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε… / δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη. …»

Η ποίησή του, είναι δύσκολη στην κατάκτηση των εκφραστικών της τρόπων από τον αναγνώστη, ωστόσο δίδαξε στους νεότερους ποιητές την αφαιρετική επεξεργασία της πυκνής – και με τη διανοητική μέθεξη – ποιητικής εικόνας. «Είτε βραδιάζει / είτε φέγγει / μένει λευκό / το γιασεμί».

Εκτός από το καθαρά ποιητικό του έργο, έγραψε και δοκίμια, φιλοτέχνησε μεταφράσεις έργων ξένων δημιουργών, οι οποίοι τον επηρέασαν γόνιμα στην ποίησή του. Ασχολήθηκε με τη μετάφραση κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης («Άσμα ασμάτων») και την «Αποκάλυψη του Ιωάννη» κι ακόμα έσκυψε με αληθινή αγάπη στην ελληνική λαϊκή παράδοση, αναζητώντας τα στοιχεία που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν σε μια ουσιαστική εθνική αυτογνωσία (Ερωτόκριτος, Μακρυγιάννης, Θεόφιλος).

Στα «Τετράδια του Νότου», στο τελευταίο τεύχος, δημοσιεύονται μεταφρασμένα πέντε ποιήματά του, παρμένα από την τελευταία ανθολογία του Ζαν Λακαρριέρ και της Ευγενίας Μαυράκη, με το εξής σημείωμα της διεύθυνσης του περιοδικού: «Ασφαλώς το Νόμπελ, χρωστούσε αυτή την τιμή στην Ελλάδα, που είχε αναβληθεί με το Ν. Καζαντάκη. Η απόφασή του ήταν ευτυχής, στεφανώνοντας το Γ. Σεφέρη. Είναι ο πέμπτος από τους μεγάλους ποιητές που η Ελλάδα μας έδωσε, στο διάστημα μισού αιώνα. Μετά τον Κ. Παλαμά και τον Κ. Καβάφη, ο Γ. Σεφέρης είναι ο τραγουδιστής της κάθε ελληνικής ψυχής και της κάθε νοσταλγίας, αυτής της απλής και θαρραλέας ψυχής που οι δυσκολίες δε τη ρίχνουν κάτω και που οι πρόσφατες τραγωδίες την απόδειξαν άξια ενός ένδοξου παρελθόντος».

Ο Γ. Σεφέρης έζησε ως το 1971. Το τέλος του ήρθε απροσδόκητα, από μία βραχύχρονη ασθένεια.  Βαθιά η ρωγμή της απώλειας! Μέγας ο θρήνος! Δεν έλεγε να λιγοστέψει η άφατη θλίψη από το χαμό του. Είχε κάτι από την ιδιαίτερη πικρή γεύση της ποίησής του. Φεύγοντας από τούτον τον κόσμο, ένας μεγάλος ακόμα Έλληνας ποιητής του καιρού μας, μαζί με τα αισθήματα θλίψης και πένθους που γέννησε, διοχέτευσε με κάποιο τρόπο κι εκείνα τα μυστικά ρεύματα του στοχαστικού πόνου, που είχε η εξαιρετκά δημιουργική του πορεία. «Ο Ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε… / …Ήταν δικός μας ο ήλιος…»

Advertisements

Posted Μαρτίου 20, 2011 by kopanakinews in Αφιερώματα, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ 1896-1928. Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου (Γ.Α.Π.) Απόσπασμα από το βιβλίο της «ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κ. Μ. ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ.   Leave a comment

«Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων / και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χάρος με το πόδι».

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη, στις 30 Οκτωβρίου 1896. Το σπίτι του διασώζεται μέχρι σήμερα. Έχει ανακαινιστεί και στεγάζει την Πρυτανεία του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Την καταγωγή του διεκδικούν Κορίνθιοι και Κρητικοί, εν μέρει και οι Πρεβεζάνοι. Ωστόσο, η επίσημη βιβλιογραφία τον αναφέρει ως γέννημα της Αρκαδικής γης. Ο πατέρας του, Γεώργιος, ήταν Πολιτικός Μηχανικός. Η μάνα του, Αικατερίνη, μία αρχοντοπούλα.

Πολιτισμένοι γονείς, ικανοί να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν τα πνευματικά χαρίσματα του παιδιού τους. Μετακινήθηκαν σε πολλές επαρχιακές πόλεις της Ελλάδος. Ο ίδιος, τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στα Χανιά και πήρε το πτυχίο της Νομικής από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως Δημόσιος υπάλληλος σε διάφορες πόλεις.

Ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση και τη μετάφραση ξένων ποιητών. Έκανε άψογες και αριστουργηματικές μεταφράσεις. Γνώριζε τη Γαλλική και Γερμανική γλώσσα και είχε ταξιδέψει πολύ μέσα κι έξω από την Ελλάδα. Μετέφραζε, διάβαζε, έγραφε, και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε! Άλλη μία μαρτυρική δίψα γι’ αυτόν. Μία εφιαλτική αναζήτηση, η ολιγόχρονη ζωή του… Θεληματικά πεζός, πικρός και μοναχικός.

Πόνεσε πολύ και τρόμαξε τους ανθρώπους. Αλλά αλίμονο, αν ένας ποιητής αληθινός, δεν πονέσει και δεν κακοκαρδίσει. Ποιός άλλος μπορεί να το καταφέρει; Και τούτος, δεν χαϊδολογεί. Κρατάει πεισματικά «σκήπτρο και λύρα».

Το ποιητικό του έργο συνοψίζεται σε τρεις συλλογές. Το 1919 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων». Το 1921, εκδόθηκε το δεύτερο βιβλίο του «Νηπενθή». Το 1927 εκδόθηκε το τρίτο του βιβλίο «Ελεγεία και Σάτιρες». Η πορεία του, άλλο δεν κάνει, παρά να καθρεφτίζει την πορεία του προς το θάνατο και ξεκινάει από μια βαθιά μελαγχολική στάση απέναντι στη ζωή. «Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων / και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χάρος με το πόδι».

Δοκίμαζε κάθε τόσο να διαφύγει, όμως οδηγείται βαθμιαία στο «Ελεγεία και Σάτιρες», τη μοναδική για την περίπτωσή του λύση. Προσπάθησε να βρει λύτρωση μέσα από την τέχνη, όμως μάταια. Ο ιδεαλισμός του, η πεποίθησή του, περί του καλύτερου, δηλαδή η απουσία των ωραίων, των σπανίων, των μεγάλων πραγμάτων και η μονοτονία της ζωής του, τον οδήγησαν στην τελευταία συλλογή του. Εδώ, έχει χαθεί κάθε ελπίδα. «…Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός. Ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή, ο πραγματικός πόνος μας για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…» Φυγή προς το άγνωστο, χωρίς επιστροφή.

Ξέρει πως το μέλλον δε θα είναι, παρά μία πιστή επανάληψη του παρελθόντος. Η νέα ζωή, ίδια απαράλλαχτη η παλιά, μέσα στους ίδιους τόπους, ανάμεσα στους ίδιους ανθρώπους, «σαν από μια κακή παλιά συνήθεια». Η χαρά γι’ αυτόν, γινόταν «μορφασμός». Αποζητά την πλήρη λησμονιά στην πιο γλυκιά, «ονειρευτή» ώρα, «με τ’ αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου». Και λέει σ’ ένα πλάσμα άλλοτε αγαπημένο:

ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ… (Από τα «Ελεγεία και Σάτιρες»)

«Φύγε, κι άσε με μοναχό, πού βλέπω να πληθαίνει / απάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη. / Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πιά δε μένει / κι είμαι άνθος που φυλλορροεί στο χέρι σου και πάει. / Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα εφύγανε, που μόνον / μια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας. /Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας / της μάνας γης, και ανοίγονται στο γέλιο των αιώνων. / Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη! / Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρά της Στυγός / νερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός / εκεί, στο απόλυτο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη».

Ο Κώστας Καρυωτάκης μπορούσε να μείνει, όπως άλλοι ρομαντικοί ποιητές, μελαγχολικός. Δε δέχτηκε όμως, ότι η μελαγχολία είναι ευγένεια, είναι απόδειξη ευαισθησίας. Εξάλλου η ευαισθησία δεν είναι πρόσφορη μόνο για τη λύπη αλλά και τη χαρά, την τρυφερότητα, το θαυμασμό, την έκσταση, τη λατρεία.

Πίστευε ότι ουσία της ζωής, είναι ο πόνος και ο θάνατος. Η μόνη πραγματικότητα. Έτσι, έγινε τραγικός. «Όλα κλαίνε και τ’ ανθισμένα. Αλλάζουμε με ήχους και συλλαβές τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας…» Κι όμως, η μελαγχολία του έκρυβε ευγένεια. «Κάνε τον πόνο σου άρπα. / Και γίνε σαν αηδόνι / και γίνε σά λουλούδι. / Πικροί όταν έλθουν χρόνοι / κάνε τον πόνο σου άρπα / και πέ τονε τραγούδι. / … Λέγε στους θεούς «να σβήσω» / μα λέγε το γελώντας…»

Λιγομίλητος, μετρημένος, αληθινός εσωτερικός άνθρωπος, με μια φυσική συστολή, από αξιοπρέπεια, από φόβο μην πει πράγματα που δεν ενδιέφεραν τους άλλους, άκουε γλυκά με καλοσύνη, έφτανε και να γελά με όλη του την καρδιά κιόλας, αλλά με επιφύλαξη. Στο βάθος μόνο των ματιών του, που είχαν εκείνη την πονεμένη γλυκύτητα, έδειχνε τον άνθρωπο που κρατεί επίμονα μέσα του, κλεισμένα τα μυστικά του. Τόσο απλός και σεμνός ήταν. Η επιφυλακτικότητά του ήταν η ίδια η φύση του. «…Άλυτοι γρίφοι που μιλούν μονάχα στον εαυτό τους … / … γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους».

Μεγαλόψυχος, δεν πλήγωνε κανένα. Αλλά είχε και τόλμη που ξάφνιαζε, μια τόλμη από πείσμα ν’ αψηφά τα πάντα, μια τόλμη από ανάγκη να είναι ελεύθερος, ίσως και από απελπισία. Οι καταθλιπτικοί του τόνοι είναι πολύ γνήσιοι, συγκλονιστικοί, πλέον μουσικοί και οι πιο ωραίοι.

Ο βαθύς λυρισμός του ξεθυμαίνει στο παρακάτω ποίημα:

ΧΑΜΟΓΕΛΟ (από τον «Πόνο του Ανθρώπου και των Πραγμάτων)

«Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε, / ίσως γιατί  έ π ρ ε π ε  να δακρύσει, / ίσως γιατί οι συμφορές έ ρ χ ο ν τ α ι . / Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι. / απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει. / Δε βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη / στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι. / Σα δυό κεράσια χώρισαν τα χείλη. / κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει, / στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει / το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη. / Ξεφεύγουνε απ’ το σύννεφον αχτίδες / και κρύβονται στα μάτια της. τη βρέχει / μια λεμονιά με δυό δροσοσταλίδες / που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια / και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει / καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια».

Μπορούσε αναμφίβολα, ναι, να πλάσει και να δημιουργήσει τη δική του ψευδαίσθηση. Έγινε, όμως, αντίθετα ρεαλιστής. Έλεγε με τη μεγαλόστομη στωϊκή του πικρία: «Είσαι, ψυχή μου, η κόρη που τη σβήνει ολοένα κάποιος έρωτας πικρός…» και «…Κατάμονη σε μι’ άκρη, όπως εκείνη, σε παρατούν ο κόσμος, ο καιρός…»

Κανείς άλλος, όσο εκείνος, δε μας αντιπροσώπευσε τόσο πολύ, σε ό,τι πιο βαθύ, χαρακτηριστικότερο ή ουσιαστικότερο ζούμε. Ο προβληματισμός του είναι και δικός μας, όπως και δικά μας είναι, όλα ενίοτε, τα ψυχικά και διανοητικά δράματα που εξέφρασε: «Λύπη ας ερχόταν η χαρά, μόνο ήθελα να σπάσει εμέ η καρδιά κι ανάλαφρη να πέσει καταγής, όπως το ροδοπέταλο που θύελλα έχει αρπάσει, ή ακόμα που το εβάρυνε και η δρόσος της αυγής».

Αλλ’ επιτέλους! Μπορεί να παρατείνεται, επ’ άπειρον τέτοια δυστυχία; Τέτοια απελπισία;

Επηρεασμένος από το πνεύμα της εποχής εκείνης, δεν ένιωθε ότι έζησε κι αυτός ώρες ευτυχίας. Ακόμα και η συντροφιά του, με το γυναικείο φύλο, ήταν «χίμαιρες, οραματισμοί σαν άστρα να κυλούν!»

Γνώρισε πολλές «αγαπούλες», μα πίστευε ότι ο έρως, είναι μόνο πάθος και πάθος γι’ αυτόν στους καιρούς του δεν υπήρχε, παρά «το ίνδαλμά του μόνον». Κι όμως, γράφει: «Ας ήτανε, πρώτη αγαπούλα και να κράταες, άνθος τ’ όνειρό μου, τ’ όνειρο που μαδώ».

Αγαπήθηκε δυνατά από μία γυναίκα, τη Μαρία Πολυδούρη, μία όμορφη και πνευματική κοπέλα, μία ποιήτρια, το ίδιο ευαίσθητη μ’ αυτόν. Την αγάπησε κι εκείνος μα τη «σκότωνε»… «Κι ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω, πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα που αγαπιέται». Αλλά και από αυτή, περίμενε το θαύμα, την αναγέννηση, τη νεκρανάσταση! Και δυστυχώς, «μέσ’ απ’ το βάθος των καλών καιρών, οι αγάπες μας, πικρά μας χαιρετάνε».

Μ’ έναν Αριστοφανικό μισογυνισμό, σατιρίζει και ζηλεύει «τ’ άδειο τους κεφάλι» και καταφέρεται με μίσος, θαρρείς κι αυτό «το μίσος, δεν είναι παρά η ανάποδη όψη της αγάπης που βγήκε γελασμένη». Και… «Ανυποψίαστα, μηδενικά πλάσματα και γι’ αυτό προνομιούχα…» Καθώς… «Στα χείλη μόνο έχουν τις λέξεις των παθών».

Καμιά απ’ όσες γνωρίστηκε, νεαρές κι εφήμερες γυναίκες, υπήρξαν όλες μάλλον ξένες και για τον πόνο του και για το πάθος του. Καμία δε στάθηκε ικανή μήτε να του δώσει, μήτε να του πάρει τον έρωτα, όπως ήθελε εκείνος, κι ας πίστεψε, ας έλπισε.

ΑΓΑΠΗ (Από τον «Πόνο του Ανθρώπου και των πραγμάτων»)

«Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι. / Και με είδε μια αχτίδα.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της / κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφολίδι. / Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιάς νιότης / πώς εγέλασαν τα πικρά μου χείλη! / Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι / δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος / κι ελύγισα σαν από τρυφερότη / εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος».

Ίσως και τούτος ο ποιητής, μέσα στις χαρές, στη μέθη των παθών, στη γαλήνη και τη λησμονιά που βρίσκουμε οι άνθρωποι στιγμιαία στο κορμί και στην ψυχή μας, τον έκαναν να μένει αισιόδοξος και να ζει, να προχωράει…

Όμως, ούτε κι εκεί, σ’ αυτές τις στιγμές, γαλήνευε. Απογοητευμένος απ’ όσα γύρω και μέσα του συμβαίνουν, γίνεται αντικειμενικός πλέον, οργίζεται τα μέγιστα και ειρωνεύεται για τα πλανερά ιδανικά. Τούτο διαφαίνεται συμβολικά στα ποιήματα: «Εις Ανδρέαν Κάλβον», τον φιλόπατριν:

«Ω! Μεγάλε Ζακύνθιε… / … κράτει ω γέροντα την επιτύμβιον πλάκα… Φύγε, παραίτησόν μας». Επίσης, στο «Δελφική Εορτή» καθώς και «Στο άγαλμα της ελευθερίας».

Καυστικότατος, σαρκάζει τους αρχομανείς, τους ψευτοδιανοούμενους και τους δουλόφρονες. Δεν μπορεί να συνυπάρξει με τον ρωμέϊκο υπαλληλικό συμβιβασμό, με την κολακεία, τις υποχωρήσεις, τις αποκρύψεις. «Πικρός και αλύγιστος» παραληρεί. «Βαθιά αυτή η πληγή που ματώνει αδιάκοπα μέσα μας και που λέγεται ζωή».

Είναι ολοφάνερο ότι ο ψυχισμός του είχε πλέον διαταραχτεί σοβαρά. Επιθυμούσε μόνο ό,τι διάβαζε. Πίστευε ακράδαντα στο όνειρο. Και τόσο ρεαλιστής γινόταν, που όλα τα άλλα ήταν ψεύτικα γι’ αυτόν.

Αυτή η αντιφατικότητα και η σύγκρουση (το πάλεμα) του αντικειμενικού και του υποκειμενικού κλυδωνίζουν τις ισορροπίες του και συγκλονίζουν τα βάθη του. Καθαρά τούτο το εκφράζει στη μετάφραση, κατ’ επιλογή, ενός μηδενιστικού ποιήματος, του Γάλλου Griffin Nestil une ghose… (Νετ ιλ ιν γκοζ).

«Μια παρέκκλιση» (Από τις «Μεταφράσεις»)

«Του κόσμου πια δεν είναι ούτ’ ένα / πράγμα σ’ εμάς αγαπητό / – ένα τραγούδι, μια παρθένα / ένα βιβλίο, ένα φυτό – / ιερό δεν είναι σε μιάν άκρη / κάτου απ’ την όψη τ’ ουρανού / – ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ / μια γλυκιά θύμηση του νου – / δεν είναι γύρω ούτ’ ένα πάθος / υπέρτερο, θριαμβευτικό / – μια δόξα, ή ένα ωραίο λάθος / ή ένα μεγάλο μυστικό – / α! που οι ψυχές να το αγαπάνε / και να γελούν εδώ στη γης / που να το βλέπουμε και να ’ναι / δικαιολογία της ζωής;»

Μπορούσε ο Κώστας Καρυωτάκης να φιλοσοφήσει. «Ν’ αναχωρήσει εις την τέχνη». Να ξέρει ότι ο άνθρωπος, ποτισμένος με το «φαρμάκι που το λέμε ωραίο», δεν έχει ν’ απολαύσει τίποτα και ότι με την πραγματικότητα πρέπει να έρχεται σε συμβιβασμό.

Αινιγματικός κι απόκοσμος ως φέρεται, έγινε σατιρικός. Η σάτιρά του σχεδόν λυρική, μ’ ένα πικρό χιούμορ. Έκρυβε τους πνιγμένους λυγμούς και θωράκιζε την αξιοπρέπειά του. Πάντα υποκειμενικός, τα συσχετίζει όλα με τον εαυτό του πρώτα και σατιρίζει τους άλλους ή έξω απ’ αυτόν καταστάσεις και τούτο, μόνο από οίκτο και συντριβή.

«… / Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις / χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε. / Στα νεύρα μας, μπερδεύεται όλη η φύσις…»

Αυτό το χάσμα, ανάμεσα στα γήϊνα και τα πνευματικά, ανάμεσα στην ομορφιά και στην ανάγκη, δεν το έκλεισε. Ποτέ με τίποτα… ως το τέλος ούτε το ένωσε, ούτε το γέμισε κι ούτε το προσπέρασε. Στάθηκε εκεί, ίσια μπροστά του, να το βλέπει, να το πιστοποιεί αδιάκοπα, να το φωνάζει.

Ο ρομαντισμός της φαντασίας του, μισούσε το ρεαλισμό της λογικής του, μα και ο ρεαλισμός της λογικής του, πνίγει το ρεαλισμό της φαντασίας του. Ωστόσο, ο στίχος παίρνει στα χέρια του μιαν αίσθηση επιτυχίας.

Από πλευράς πλούτου γνώσεων και ευρύτερης πολιτιστικής ενημέρωσης, είχε τοποθετηθεί στην ολιγάριθμη ομάδα των σύγχρονων ποιητών, που τους διέκρινε μελετηρότητα και ισχυρή ανάγκη παρακολούθησης των εξωελληνικών πνευματικών κορυφών και των φιλολογικών ρευμάτων του εξωτερικού. Η ποίησή του αποκτά νεύρα  κι ευρωστία, πατά στερεά, στερεότερα… Τελειώνει!!!

«Δικοί μου οι Στίχοι, απ’ το αίμα μου, παιδιά. / Μιλούνε, μα τα λόγια σαν κομμάτια / τα δίνω από την ίδια μου καρδιά, / σα δάκρυα τους τα δίνω από τα μάτια. / Πηγαίνουν με χαμόγελο πικρό, / αφού τη ζωήν ανιστορίζω τόσο. / Ήλιο και μέρα και ήλιο τους φορώ, / ζωή να τα ’χουν όταν θα νυχτώσω…»

Αλλά ως άνθρωπος, είχε φτάσει στην πλήρη διάλυση. Ο σκεπτικισμός του όλο και κορυφώνεται… «…Έχω κάτι σπασμένα φτερά. / Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε / το καλοκαίρι αυτό. / Για ποιάν ανέλπιστη χαρά / για ποιες αγάπες / για ποιο ταξίδι ονειρευτό».

Ανικανοποίητος αναμφίβολα, με θλιβερούς λογισμούς πάνω στη ζωή, στην ποίηση, στον έρωτα. Η υπερανάλυση τον είχε ξεράνει. Είχε προχωρήσει πάρα πολύ στο βάθος των πραγμάτων. Άραγε δεν εύρισκε τίποτα αλήθεια χαρούμενο στη ζωή, που ζύγιζε τους πόνους ή η ζωή δεν του έδινε τίποτα απ’ ό,τι ζητούσε; Ήταν απαισιόδοξος, απόλυτος! Δε συμβιβάστηκε, δεν ήθελε να ξεσκίζει την ψυχή του με καθημερινούς εξευτελισμούς, όπως έλεγε.

Η αρρώστια στο ποίημα «Ωχρά Σπειροχαίτη», που μισο-περιγράφει, μισο-υπονοεί, αλλά αναφέρεται από τους κριτικούς του ανύπαρκτη, η εμφάνισή του που κατ’ αυτόν, στερείται από ομορφιά και λίγο ύψος, «όμως ο ίδιος πάντα μένω, τα χρόνια που περάσανε, μ’ αφήσανε παράξενο παιδάκι γερασμένο», η μικρή, μίζερη, καθημερινή ζωή, με όλη την τραγική συναίσθηση της μηδαμινότητάς της, «μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών…» μαρτυρούν τις «έγνοιες μικρές και λύπες» που τον τυραννούν. Κι όταν αισθάνεται ότι το πεπρωμένο του είναι αυτό, ότι ανωφελής κι ανάξιος είναι όλος ο κόσμος που τον περιτριγυρίζει, τότε η ποίησή του γίνεται μια οδυνηρή, μια σπαρακτική κραυγή, που της έδινε αρμονία μόνο η τέχνη του.

ΥΠΟΘΗΚΑΙ (Από τις «Σάτιρες»)

«Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς / μπορούνε με χίλιους τρόπους. / Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής / όταν ακούσεις ανθρώπους. / Όταν ακούσεις ποδοβολητά / λύκων, ο Θεός μαζί σου! / Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά / και κράτησε την πνοή σου… / Και … Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό / του δίνουν όψη ν’ αρέσει. / Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν / με την πειθώ, με το ψέμα / όταν [οι] άνθρωποι διαφιλονικούν / τη σάρκα σου και το αίμα».

Αδιάλλακτος λοιπόν! Χωρίς επικούρεια συμπεριφορά… Ή όλα ή τίποτα. Λάθος; Σωστό; Εκείνος το έκρινε. Σκόπιμα αρνήθηκε την εύνοια της μοίρας, που όχι μόνο τη σπανιότητά του δεν ήθελε να συλλάβει, αλλά ούτε καν την ύπαρξή της πάνω σ’ αυτόν. Κι έτσι, έδωσε το τέλος που επιθυμούσε.

Οι σφαίρες του Κώστα Καρυωτάκη, δεν έπληξαν μόνο τον άνθρωπο αλλά και την ποίηση, ναι, την ξεχωριστή. Κι όμως, έλεγε και γι’ αυτήν: «Και μόνον η ποίηση, και μόνον η δόξα;» Αληθινά, κανένα στοιχείο δεν τον ικανοποιούσε.

Η παραφορά της έμπνευσής του, πυρακτώνεται, στις φωτιές που υποδαύλιζε το λίγο αψέντι, ουσία, που αμύνεται… των ψυχικών αντισωμάτων.

Η ζωή του, έφερε τη μελαγχολία του και η μελαγχολία του, έφερε το θάνατό του. Αλλιώς… δεν μπορούσε να γίνει για ’κείνον. Ο θάνατος, ήταν το αναμενόμενο και ποθούμενο ιδανικό τέλος. Ένα τέλος για το οποίο όλοι συζήτησαν και με ιδιαίτερο θαυμασμό κουβεντιάστηκε το αριστουργηματικό «Εμβατήριο Πένθιμο και κατακόρυφο», με βρεγμένα μάτια και πολλές απορίες.

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΠΕΝΘΙΜΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ (Από τις «Σάτιρες»)

«Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους. / Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε. / Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ’ναι / ζήτημα ύψους».

Και… «Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος / πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου! / Όνειρο ανάγλυφο, θα ’ρθω κοντά σου / κατακορύφως…/ Οι ορίζοντες θα μ’ έχουν πνίξει. / Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη / αγώνες για το ψωμί και το αλάτι / έρωτες, πλήξη. / Α! πρέπει τώρα να φορέσω / τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι. / Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι / πολύ θ’ αρέσω».

Το ποίημα αυτό, είχε διαβαστεί και ξαναδιαβαστεί. Παρέμενε όμως σκοτεινό. Ένα χρόνο, πριν την αυτοκτονία του, είχαν εντυπωσιαστεί όλοι και είχαν συζητηθεί και σχολιαστεί ακόμα, τα ποιήματα «Ιδανικοί αυτόχειρες» και «Δικαίωσις». Είπαν πως ο ποιητής περνάει σε καινούριο ποιητικό στάδιο. Αλίμονο όμως! Εκινείτο με απόλυτη άνεση. Περιφρονούσε… Αδιαφορούσε…

Δεν ξέρουμε πότε η αυτοχειρία δείχνει ακριβώς δειλία και πότε θάρρος. Είναι βλασφημία, βέβαια, αλλά αυτός, ως άνθρωπος που γνώριζε καλά τη σχετικότητα των πραγμάτων, ζύγισε και τη σκέψη και την πράξη. Τόνοι, σαν του Κώστα Καρυωτάκη, δεν ξεγελούν. Δεν ήταν παροξυσμός μιας ψυχοπάθειας σε κρίση, αλλά η μόνη αλήθειά του.

Και ξάφνου, αγγέλλεται ο θάνατός του, με πιστόλι! Και τότε όλα φωτίστηκαν! Τα δυσνόητα έγιναν κατανοητά…

Ο ευαίσθητος ποιητής περνούσε στην περιοχή των δημιουργών «που δημιουργούν και πεθαίνουν, με τη συνέπεια που χαρακτηρίζει τους ολίγους και τους εκλεκτούς», κατά την ποιήτρια Έλλη Αλεξίου. Ακόμα, ο Τέλος Άγρας είπε: «Τι κρίμα! Χάσαμε έναν μεγάλο ποιητή». Και ο Βασίλης Ρώτας, πλέον επικριτικός: «Αλλά η ζωή, είναι η υπέρτατη αλήθεια! Πώς αυτός, ο «ποιμήν», ρίχνει τ’ άρματα; Τόσο στενόκαρδος…»

Ο Κώστας Καρυωτάκης άφησε την τελευταία του πνοή στην Πρέβεζα, όπου και αυτοκτόνησε στις 21 Ιουλίου 1928. Σε λίγους μήνες θα έκλεινε τα 32 χρόνια. Ήταν σαν να έδωσε λόγο τιμής στον εαυτό του και να έπρεπε με κάθε θυσία να τον τηρήσει.

Το απαύγασμα της ποίησης και της προσωπικότητάς του, καταδεικνύεται σε τμήμα της επιστολής που άφησε, λίγο πριν τραβήξει τη σκανδάλη.

Έγραφε: «Πληρώνω για όσους, καθώς κι εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή θεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι, χωρίς ουσία».

Παρατίθεται αυτούσια η επιστολή του:

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που  μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.

Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. …Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανέναν ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία… Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

Κ. Γ. Κ.

Υ.Γ.

Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουν ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Posted Ιανουαρίου 10, 2011 by kopanakinews in Αφιερώματα, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ 1902-1930. Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου (Γ.Α.Π.) Απόσπασμα από το βιβλίο της «ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κ. Μ. ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ.   Leave a comment

«Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες…»

Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα την 1η Απριλίου 1902. Ο πατέρας της Ευγένιος ήταν Καθηγητής Φιλόλογος. Για τη μητέρα της Κυριακή, γνωρίζουμε πως ήταν μία καλή και τρυφερή μάνα. Έμεινε ορφανή και από τους δύο γονείς της. Έφυγε από τη ζωή ο πατέρας της κι ύστερα από σαράντα μέρες τον ακολούθησε και η μητέρα της. Η Μαρία δεν μπόρεσε ποτέ να θεραπευτεί από τις ενοχές της, γιατί την άφησε άρρωστη, όταν έφυγε κι εκείνη πέθανε κατά την απουσία της. Οι βασανιστικές τύψεις της, την έκαναν να γράψει: «… Δεν σ’ ένιωσα πριν να σε χωριστώ / μα η θύμησή σου ακέρια που σου μένει, / μου δείχνει εμένα, εκεί να εξιλαστώ / για πάντα θλιβερή μετανοιωμένη».

Τελείωσε το Γυμνάσιο στα Φιλιατρά Μεσσηνίας και ύστερα πήγε δύο χρόνια στο Αρσάκειο. Επέστρεψε στη γενέτειρά της και διορίστηκε, αφού έδωσε εξετάσεις, ως υπάλληλος στη Νομαρχία. Εκδηλώνει το ενδιαφέρον της για το Γυναικείο ζήτημα και τη χειραφέτηση της γυναίκας. Μετατέθηκε στην Αθήνα για να φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Νομικής Σχολής, αντί της Φιλοσοφικής που προτιμούσε ο πατέρας της. Ωστόσο, δε συμπλήρωσε ποτέ τις Πανεπιστημιακές της σπουδές. Συνεχίζει να εργάζεται στη  Νομαρχία Αττικής! Έχει στενή συνεργασία με «Κείνον» τον νέο συνάδελφο αλλά και «άδοξο» ποιητή από την Τρίπολη. Μοιραία γνωριμία. «Ο μόνος που θα μπορούσε να με καταλάβει, αλλά ούτε και ’κείνος τόλμησε… Μου ’πε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα… ότι ήμουνα γι’ αυτόν μια παρηγοριά…» Ταυτόχρονα παρακολουθεί μαθήματα θεάτρου στη Δραματική Σχολή του Εθνικού και αργότερα στη Σχολή Κουνελάκη. Το 1926 παίζει κιόλας στο «Κουρέλι» του Νικοντέμι. Ταξιδεύει για το Παρίσι και επιστρέφει στην Αθήνα με κλονισμένη υγεία.

Αφημένη στις παρορμήσεις μιας φλογερής ιδιοσυγκρασίας, προσβλήθηκε από φυματίωση. «Δε θα το πουν, ο πόνος μου πώς άνθισε / παρά τα λυπημένα μου τραγούδια… / … Οι έρωτες αηδόνια μου τραγούδαγαν / γιατί ήμουν τρυφερή σαν τα λουλούδια». Κάνει απουσίες, είναι ανέμελη, άτακτη και ασυνεπής. Δίνει την εντύπωση αργόμισθης υπαλλήλου και παύεται. Αλλά ο έντονος ερωτισμός, που χαρακτήριζε τη βραχύχρονη ζωή της, εξαγνίζεται από την τραγική προαίσθηση του πρόωρου θανάτου της, καθώς διαφαίνεται μία έμφυτη τρυφερότητα και ποιητική ευαισθησία.

Από το 1915 αρχίζει τα πρώτα δημοσιεύματα. Τα έργα της είναι: «Αφιέρωση», «Χαμόγελα», «Ξεφάντωμα», «Μοιραίος δρόμος», «Οι τρίλιες που σβήνουν», «Ηχώ στο χάος», «Μεταφράσεις» και «Ανέκδοτα ποιήματα». Η δημιουργική της πορεία κράτησε ώς το τέλος!

Ποιός μπόρεσε να δώσει τη βιογραφία ενός αηδονιού ή ενός χελιδονιού; Ακατόρθωτο μοιάζει, αλλά κι εφικτό…

Με πολλή σαφήνεια, ειλικρίνεια και ωραίους λυρικούς τόνους, διαγράφεται στην ποίησή της ένας γυναικείος κόσμος. «Έλα γλυκέ, κι αν φτάνη η νύχτα / και το σκοτάδι δε σ’ αρέση, / αστέρινο θαμπό στεφάνι / η αγάπη μου θα σου φορέση. / … Θα σου καρφώσω ένα λουλούδι / τ’ όνειρο πάνω στην καρδιά σου, / θα πλέξω τα ξερά τα φύλλα / με τα κατάχλωρα μαλλιά σου».

Αυτή, μόνο αυτή, τραγούδησε με θηλυκότητα, με όλη εκείνη τη γλυκά στιχουργημένη τρυφερότητα της ερωτικής λαχτάρας και της ενθουσιασμένης υποταγής, μία μοναδική ευτυχισμένη στιγμή, για να φανερώσει όλο το βάθος και τη σημασία, καθώς και το μυστήριο της αλήθειας ή της αξίας της.

«ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕΣ» (από τις «Τρίλλιες που σβήνουν»)

«Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες / στα περασμένα χρόνια. / Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα / και σε βροχή, σε χιόνια / δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες. / Μόνο γιατί  με κράτησες στα χέρια σου / μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα, / μόνο γι’ αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο / κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα… / … Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες / … γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου… / …Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα / γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη. / Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη / μένα η ζωή πληρώθη… / … Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου… / … έζησα, να πληθαίνω/ τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες / κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω / μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες».

Η ποιήτρια αυτή, είναι μία μορφή πολύ δύσκολης αντιμετώπισης. Ενώ έλκει ισχυρά το μελετητή να την πλησιάσει και να εμβαθύνει στην προσωπικότητά της, την ίδια στιγμή δεν τον βοηθάει. «…Οι γνωστικοί με κοίταξαν καλά / κ’ είπαν πως είμαι φάντασμα και φύγαν».

Επειδή ήρθε κι έφυγε από τη ζωή σαν αστραπή, χωρίς να προσγειωθεί και να υπάρξει ως συνηθισμένος άνθρωπος, μόνο όταν παρακολουθήσει κάποιος την πορεία της ζωής της, όταν μελετήσει την ποίησή της, η οποία συγκεντρώθηκε από γνωστούς και φίλους της που την αγάπησαν αληθινά και τη γνώρισαν, τότε πια πιστεύει ότι έβγαλε τα συμπεράσματά του. «Έν’ ανοιχτό παράθυρο / στο αγιόκλημα πνιγμένο / κ’ η κόρη κρίνο, με το φως / του φεγγαριού ντυμένο…» Αντιλαμβάνεται πλέον, ότι η παρουσία της έχει μια διαφορετικότητα. Θα ήταν ασέβεια, αν όχι άγνοια κι επιπολαιότητα, να διατυπώσει κρίσεις.

Η Μαρία, παρέμεινε αγνή, ευαίσθητη. Διατήρησε ανέγγιχτη, με τρόπο «παρθενικά ώριμο», την παιδική της φρεσκάδα. Η ζωή της, ξεχειλίζει τόσο πολύ και μια κραυγή υπάρχει διάχυτη στη νεανική της ποίηση. «Κάποτε ο Έρως ξαφνικά κρύφτηκε στην καρδιά μου / κ’ η ομορφιά του μυστικά τρέμισε στη ματιά μου… Και… oι πόθοι, ανήσυχα πουλιά, δε θέλαν να φωλιάσουν…  Και… λίγο, λίγο τα μικρά και τα γλυκά που φτάναν’ / μ’ έπαιρναν πάλι ξένοιαστη και σκλάβα του με κάναν’…»

Το πάθος της καίει μέσα στα λόγια της και πραγματοποιεί λυρικότατες προσεγγίσεις σε ακραίες και οριακές καταστάσεις ζωής και θανάτου.

«ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ» (από την «Ηχώ στο Χάος»)

«Όλα είναι ωραία. / όλα είνε αγάπη κι’ αγάπης πόθος / τα ξεφυλλά. / Τόσο είνε ωραία καθώς πεθαίνουν / τόσο μοιραία / και σιωπηλά. / Έχω μια χάρη. / Στην άνθησή μου φορώ στεφάνι / το μαρασμό. / Έχω μια χάρη. Τι μούχουν δώσει / και μούχουν πάρει / το γιορτασμό; / Γιατί πεθαίνω / γίνομαι ωραία, γίνομαι η αγάπη / που την ποθούν. / Κι’ όλο πεθαίνω. Γύρω μου τάνθη / να τα πληθαίνω / να μαραθούν! / Και… Έχω μια φλόγα και δε μου ανήκει. / – Τη μοίρα ευλόγα, / δεν απατά. / Αυτή είνε η μοίρα / που  μ’ ομορφαίνει, αυτή είνε η φλόγα / του εξιλασμού. / Αυτή είναι η μοίρα μου. μή μ’ αγγίζεις. / Φορώ τα μύρα / του χωρισμού!»

Οι ιδεαλιστικές εικόνες, ανάμεικτες με έντονο αισθησιασμό, οι  απέλπιδες ελπίδες και η λύπη, που φοβισμένη φτερουγίζει ολόγυρά της, με «λυρικό τρέμουλο» στη φωνή και με την ίδια απλή γλώσσα, έχουν μοναδικότητα κι εξασκούν μια γοητεία!

Οι λάτρεις του έργου της Μαρίας Πολυδούρη προσφέρουν στους μελετητές του, σαν ψηφίδες σκόρπιες από κάποιο πολύτιμο μωσαϊκό, ένα ενιαίο σύνολο εξίσου προβληματικό, και εξίσου αξιόλογο.

Στην Αθήνα, στο λίγο χρόνο που ζει τη φοιτητική της ζωή, δυσκολεύεται οικονομικά και στερείται από τα υλικά μέσα για να ζήσει. Εκποιεί κάποιο ακίνητο που έχει στην κατοχή της στην Καλαμάτα και με αυτά τα χρήματα, αποφασίζει να ταξιδέψει για το Παρίσι. «Πόνος… Πόνος… Δε φτάνει πια το δάκρι / κι’ ο στεναγμός. δε φτάνει, δεν ξεσπά. / Αλλόφρονο πουλί πετιέται η σκέψη / και δέρνει τα φτερά του και τα σπα».

Σχόλια αδέσποτα ειπώθηκαν για τη φυγή της. Λένε πως ήθελε να δείξει αδιαφορία στον Κώστα Καρυωτάκη, που αρνήθηκε την πρότασή της για γάμο. Είχε τραυματισθεί η αξιοπρέπειά της, ο εγωϊσμός της. «…Αχ, τα παληά σου τα τραγούδια πούνε / θλιμμένα σαν αγάπης μυστικά, / σαν άνθη δακρυσμένα που σιωπούνε…»

Παρ’ όλα αυτά, με αληθινή περηφάνια, τόλμησε και ξεδίπλωσε το παράπονό της…

Εναλλαγή συναισθημάτων με χαρακτηριστικά στιγμιότυπα, καταγράφονται και μεταφέρονται με ολοφάνερη ευπλασία.

«ΘΑΡΘΗΣ ΑΡΓΑ» (από τα «Χαμόγελα»)

«Ως πότε πια θα καρτερώ να ξαναρθής και πάλι / σαν από χρόνους μακρινούς και ξένες χώρες πέρα; / Λιγόστεψε η ζωούλα μου και μέρα με τη μέρα, / ανήμπορη και τρυφερή, σβήνεται αγάλι αγάλι… / Άκου στα δέντρα πένθιμα πώς τρίζουνε τα φύλλα, / μηνάνε το φθινόπωρο. Δές, τ’ ουρανού το χρώμα / το θόλωσαν τα σύννεφα… Μια κρύα ανατριχίλα / στα λουλουδάκια χύνεται… κι αργείς, αργείς ακόμα! / Θαρθής αργά, με τη νυχτιά και με τον κρύο χειμώνα, / με το χιονοσαβάνωμα, με του βορηά το θρήνο / και δε θα βρης ούτ’ ένα ρόδο, ούτ’ ένα αθώο κρίνο / να μου χαρίσης… ούτε καν μια πένθιμη ανεμώνα».

Αρραβωνιάστηκε από πείσμα, με κάποιο νέο δικηγόρο, τον Κώστα ή Αριστοτέλη Γεωργίου, αξιόλογο επιστήμονα, αλλά έδωσε τέλος στο δεσμό της, γιατί δεν αισθανόταν τόσο δεμένη μαζί του, για μια πιο μόνιμη μορφή σχέσης. Στο Παρίσι έμεινε τρία χρόνια. Άγνωστες παραμένουν οι ασχολίες και τα ενδιαφέροντά της. «…Αναμεσό μας στάθη θλιμμένη. / Κάτι ζητούσε, ποιος ξέρει τι; / Πώς ήρθε; Κ’ είναι λησμονημένη; / Τι να ζητούσεν η ξένη αυτή;»

Εικάζεται πως γνωρίστηκε με τον πνευματικό κόσμο της εποχής, αλλά δυσκολευόταν να επιζήσει χωρίς χρήματα. Αστήρικτες και αναπόδεικτες πληροφορίες λένε πως άνοιξε ακόμα και μοδιστράδικο, για να τα καταφέρει, αφού είχε πάρει δίπλωμα ραπτικής από την Ecole Pigier. Ωστόσο, υπάρχουν τα γνωστά και αναμφισβήτητα. «Δε μ’ έφτανε ούτε καν αχός / μέσ’ στη ζωή που ζούσα. / Κ’ η θύμηση λιγόθυμη / των όσων αγαπούσα…»

Αρρώστησε και νοσηλεύτηκε σε Νοσοκομείο του Παρισιού και όταν επέστρεψε στην Αθήνα, η κατάστασή της ήταν τραγική. Ειπώθηκε ότι επεδίωξε και πέτυχε την είσοδό της στο Νοσοκομείο Σωτηρία, όχι τόσο, λόγω της κλονισμένης υγείας της, αλλά για να εξασφαλίσει στέγη και διατροφή. Πονεμένη από την αρρώστια, η οποία την είχε αγκαλιάσει μ’ ερωτικό πάθος, με μια χαρούμενη καρτερία, αποκαλύπτει, πολύ παραστατικά, την εικόνα της και καταθέτει την καλλιέπεια των στίχων της.

«ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ…» (από τα «Χαμόγελα»)

«Είμαι το λουλούδι που σιγά το τρώει το κρυφό σαράκι. / Δε με τυραννάει το άγριο κακοκαίρι, όπως τάλλα εμένα / και της χλωμιασμένης μου όψης δε μαδάνε ένα ένα τα φύλλα. / Οι καλές οι μοίρες κ’ οι κακές καρτέρι κι αν μώχουν στημένα / σάμπως πεταλούδες να με τριγυρνάνε νοιώθω ανατριχίλα. / Και… Είμαι το λουλούδι που σιγά το τρώει το κρυφό σαράκι. / Και… Ζωή και χάρος είμαι, απ’ τη γελάστρα τύχη δε προσμένω. / Αψηλό κι ωραίο στήνω το κορμί μου / κ’ άλλο δε μου μοιάζει. / Όμως όταν δείξω τις πληγές μου στάστρα, θάμαι πεθαμένο».

Οι βιογράφοι δεν επιθυμούν να προσθέσουν τίποτε, που θα χαμήλωνε τον τόνο, ύστερα από την παράθεση των προηγούμενων αποτιμήσεων. Μια τόσο ζεστή συγγραφική ιδιοσυγκρασία, κρατάει άσβηστη, κάτω από τη στάχτη του χθες, όλη της τη φλόγα. Μια φλόγα, που μας την υποδαυλίζει ζωηρά και τη φουντώνει ο χρόνος! Ανταποκρίνεται με τη φωνή του σήμερα μέσα στην αλλαγή των καιρών και στη μοιραία λησμονιά που φέρνει ο χρόνος, μεγάλωσε τη φλόγα και δικαίωσε τη Μαρία. «… Η πεταλούδ’ αν είμαι / που σας λείπει, ανοίχτε στων χειλιών μου / τη λαύρα, τη μισόκλειστη καρδιά σας… / … Η ανάσα μου, η πνοή σας…»

Αλλά υπήρξαν και ευτυχισμένες στιγμές, που συνόδεψαν τη Μαρία Πολυδούρη στην ολιγόχρονη ζωή της. Αγαπήθηκε από τα καλύτερα πνεύματα της εποχής. Περισσότερο, αγαπήθηκε και αγάπησε τον Κώστα Καρυωτάκη, ο οποίος έγραψε γι’ αυτήν: «Ένα σπιτάκι απόμερο στο δείλι, στον ελαιώνα / μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθιά πολυθρόνα / μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει / ω, μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!»

Στάθηκε ο πιο μεγάλος της έρωτας, αν και δεν συναπάντησε μήτε σε αυτόν το ερωτικό ιδανικό. Ξοδεύτηκε σπάταλα συναισθηματικά, χωρίς «ηθική αντίσταση». Πριν το στερνό της ταξίδι, νοσταλγεί «Κείνον» και με κρυφό, βαθύ καημό, «…μέσ’ των δακρύων την ευχαριστία…» και με τα μάτια κυκλωμένα από θάνατο, το ομολογεί: «Εμένα τα τραγούδια μου, ήταν μόνο για Κείνον». Γνωρίστηκαν στο Πανεπιστήμιο κι αυτός την επηρέασε πολύ στη ζωή της. Καθώς, εν μέρει, τον γνώρισε καλά, αποδίδει θαυμαστά το ψυχογράφημά του.

«Σ’ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ» (από την «Ηχώ στο χάος»)

«Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα / στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του. / Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα / προσχήματα γινόνταν της ορμής του. / Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο / λίγες στιγμές. βίαιος στον έρωτά του. / Ύστερα γέμιζε η όψη του  μυστήριο / και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του. / Και… Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους / που ο Θάνατος τους έχει ξεχωρίσει. / Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους / σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει. / Ένα πρωί… / τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι… / Ήταν όλος σά μια νίκη, / σά φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι. / Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη, / μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη! / Όλος μια ευχαριστία σά νάχε γίνει. / Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη».

Σε όλα της τα κρυφομιλήματα, «Κείνος» είναι αξεπέραστος και η απουσία του, αβάσταχτη οδύνη. Τον «ανακαλεί» στη ζωή και δεν παύει να τον ψάχνει «σε άλλα μάτια».

Βέβαια, τρυφερά δείγματα αγάπης της Μαρίας, θα βρούμε στην αλληλογραφία της με τον αισθαντικό και ταλαντούχο ποιητή Γιάννη Χονδρογιάννη, ο οποίος υπήρξε ο τελευταίος, θερμός ερωτικός δεσμός της. «Στο δρόμο που με πήρε μοναχή / δεν ξέρω πώς, αλήθεια, / βρήκα μια νέα μέσα μου ψυχή / κι’ όνειρα βρήκα πλήθια… / Και … Ήταν γλυκό πώς άνθιζε η καρδιά / μέσα στο νέο κορμί μου. / Ανοίγανε τα μάτια στα κλαδιά, / τραγούδαγεν η ορμή μου».

Έδωσε χαρά και συγκίνηση στην πιο γνήσια λυρική φωνή που ακούστηκε τα τελευταία χρόνια. Όταν, πριν το τέλος της, θα ταξίδευε εκείνος για τα Φιλιατρά, την επισκέπτεται στην κλινική για να την αποχαιρετήσει. Κάτω από το μαξιλάρι της, αυτή είχε το βιβλίο του «Μυστικές ημέρες». Το τράβηξε και του μίλησε για ποιήματα, γραμμένα για εκείνην. Όμως… άκρως βαθύτερο το αντίκρισμα της…

«ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ…» (από τα «Ανέκδοτα ποιήματα» της)

«Καμμιάν από τις πίκρες μου δε γνώρισες / τις πίκρες μου τις άσωστες τις μαύρες. / Και στων ματιών μου μέσ’ στο φεγγοβόλημα / τα δάκριά μου στεγνωμένα ταύρες. / Εσύ μονάχα το γλυκό χαμόγελο / καμάρωσες στα χείλη μου απλωμένο / κ’ έχεις μέσ’ στων ματιών μου το ξαστέρωμα / τον πόθο σου τρελλά καθρεφτισμένο. / Με γνώρισες να γέρνω στην αγάπη σου / σαν πεταλούδα στο άλυκο λουλούδι / και να σκορπίζω όσο η καρδιά μου εδύνοταν / μεθυστικό το ερωτικό τραγούδι».

Τα ποιήματα είναι απλά, ρομαντικά και βαθυστόχαστα μέσα στην ορμητικότητά τους. Έχουν κάτι το πολύ δραματικό, ίσως γιατί από νωρίς εκείνη περιεβλήθη το θαμπό φωτοστέφανο του θανάτου. «Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη… / … Και θα μου κλειστούν τα χείλη / και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους, σιωπηλά… / … Όσα αγάπησα στα χρόνια της ζωής μου θα σκορπίσουν… / … Όσα μ’ αγαπήσαν μόνο θάρθουν να με χαιρετίσουν…» Μια ποιήτρια τόσο νέα, που προαισθάνεται, που βλέπει τον επερχόμενο χαμό της, σε συγκλονίζει, έστω κι αν δεν πρόλαβε να περιποιηθεί, να στολίσει την τέχνη της. Με όλες τις ατέλειες της εκφραστικής, της πρωτοτυπίας κι ακόμα της στιχουργικής μαεστρίας, υπήρξε η πιο σημαντική Ελληνίδα ποιήτρια.

Διάφορα ανέκδοτα ποιήματα, ενώ ήταν πια νοσηλευόμενη στο Νοσοκομείο Σωτηρία από τη φυματίωση, κυκλοφόρησαν αργότερα. Και… «Ο νέος που πρόσμενες να ’ρθεί / δεν ήρθε μήτε απόψε./ Μα τι θα του ’λεγες; Γιατί; / Άσε το μάταιο να χαθεί / το άμοιρο φύτρο κόψε / … στα σκοτεινά του μάτια φως / η απουσία θα χύσει…» Τα χειρόγραφά της τα εμπιστεύτηκε στη Μυρτιώτισσα, η οποία, με τρυφερή κατανόηση και φροντίδα, στάθηκε δίπλα της όλο τον τελευταίο καιρό, στη μεγάλη δοκιμασία της . Εκείνη, με τη σειρά της, δώρησε τρία χειρόγραφα της Πολυδούρη στη Λιλή Ζωγράφου η οποία αναφέρει: «Χειρονομία που ιδιαίτερα εκτίμησα και που με κατασυγκίνησε. Με συντροφεύουν κορνιζωμένα, ζωντανεύοντας στη μνήμη μου τη φτωχή, αλλά ζωηρή και ακοίμητη, τη μία και μοναδική εικόνα, που έτυχε να κρατήσω από τη Μαρία. Το δωμάτιο ήταν ξεμοναχιασμένο στον αυλόγυρο του  νοσοκομείου. Διέκρινα ανάμεσα στους επισκέπτες, ξαπλωμένη μια ωραία νεανική μορφή, με στεφάνι γύρω στο πρόσωπο, τα μαύρα μαλλιά της. Σ’ ένα παλαιϊκό λαβομάνο και σ’ ένα τραπέζι, εντυπωσίαζαν τα μεγάλα κλωνάρια από ανθισμένες αμυγδαλιές. Γέμιζαν κι αρωμάτιζαν το δωμάτιο».

Η νεαρή αυτή ποιήτρια, με εκρήξεις και εικόνες ρεαλιστικές, που μέσα στην ακαταμέτρητη απλότητά τους, έχουν τρομακτικούς και αλληγορικούς τόνους, πρωτότυπα δημιουργεί αίσθηση και συγκίνηση. «Έχω σπασμένη την καρδιά. Μ’ έχει η ζωή προδώσει / και μου ζητάτε να γελάσω αθώα και τρυφερά / και νάναι μέσ’ στα μάτια μου χαρά και λάμψη τόση, / πού να γενή στα ευγενικά σας όνειρα φτερά…» Το έργο της το είχε πλάσει με το αίμα και τα δάκρυά της, με τον ιδρώτα μιας ασίγαστης ερωτικής αγωνίας, με μια βαθύτατη λαχτάρα ζωής. «Είναι ο πόθος μου τέτιος, αγέρα / σαν τον άγριο θυμό σου / που στις πλούσιες κοιλάδες σφυρίζει. / Είναι ανήμερος, άγρια φοβέρα…»

Απόλυτα συγκεκριμένη, εκφράζει τη γοητεία της, τη μεγαλοσύνη της και την ευωδιά της με λυρικούς κελαηδισμούς.

«ΣΕΜΝΟΤΗΣ» (από τις «Τρίλλιες που σβήνουν»)

«Την ομορφιά που κλείνω μέσα μου / κανείς δε θέλω να τη νοιώση. / Δε θα μπορούσε να τη σίμωνε / χωρίς γι’ αυτό να τη πληγώση. / Έχω ένα κρίνο, κρίνο ολάνοιχτο / χωρίς καμμιά σκιά στην όψη. / Καμμιά ηδονή δεν επεθύμησε / να το φιλήση, να το κόψη. / Έχω ένα ρόδο που ζυγιάζεται / πάνω στην ίδια του τη φλόγα / κ’ είναι σά νάγινε ολοκαύτωμα / και να σιωπούσε και να ευλόγα. / Μια μαργαρίτα πούνε αμφίβολη / μ’ όλο το ναι που λέει η καρδιά της. / Μόνον αφίνει να λικνίζεται / παθητικά την ομορφιά της. / Κι’ άλλα λουλούδια πούνε σύμβολα / κι’ άλλα μονάχα που μεθούνε / μα τόσο είναι όλα λεπτοκάμωτα / φανταστικά μόνον ανθούνε. / Την ομορφιά που κλείνω μέσα μου / κανείς ποτέ δε θα τη νοιώση. / Κι’ αν την πληγώσει θάναι ανίδεος / κι’ ούτε γι’ αυτό θα μετανοιώση».

Κριτικοί, γενικά αποδεκτοί και επιβεβλημένοι για την ευστροφία και ευθυκρισία τους, γράφουν γι’ αυτήν:

Ο ερωτευμένος ποιητής Γιάννης Χονδρογιάννης: «Η Μαρία είναι το πιο λεπτό άνθος με το πιο δυνατό άρωμα μέσα σ’ όλη τη Νεοελληνική ποίηση. Είναι μία από τις μουσικότερες και λυρικότερες, καθαρότερες φωνές που ακούσθηκαν τα τελευταία χρόνια».

Ο Ανδρέας Καραντώνης: «Έχει κάτι από την αίγλη των τραγικών θρύλων, των πλασμένων από ποίηση, έρωτα και θάνατο. Η ψυχή της ήταν ένα σιντριβάνι αιμάτων και δακρύων».

Επίσης, ο Κώστας Ουράνης: «Τα βιβλία της, περιέχουν περισσότερο θάνατο από σελίδες. Έχουν την υποβλητικότητα ενός μεγάλου θρήνου… και είναι αυτή η υποβλητικότητα, αυτό που κάνει ακριβώς τα ποιήματά της, να είναι η ίδια η ποίηση σ’ ό,τι πλατύ και ανθρώπινο και αιώνιο».

Η μοίρα στάθηκε διπρόσωπη μαζί της. Την ευνόησε με εξαιρετικά χαρίσματα, για να τη σημαδέψει, άξαφνα, με ένα μέλλον πρόωρου χαμού. Της έκοψε τη ζωή σε ηλικία που μπορούσε ακόμα να την ανασαίνει… «Ω! Χαμηλώστε αυτό το φως! / Στη νύχτα τι ωφελάει;… / … Πάρτε το φως! Είναι η στιγμή! / Τη θέλω όλη δική μου. / Είναι η στιγμή να κοιμηθώ. / Πάρτε το φως! Με τυραννεί… / μού αρνιέται την ψυχή μου…»

Απύθμενη! Ξέχειλη! Ανεμπόδιστη!

Ποιητική και μόνο ποιητική ύπαρξη!

Η Μαρία Πολυδούρη πέθανε στη Κλινική Καραμάνη, στις 30 του Απρίλη 1930. Κάποιοι πολύ στενοί φίλοι της και η Λιλή Ζωγράφου που έγραψε την πιο εμπεριστατωμένη και ολοκληρωμένη μονογραφία της, αποδέχονται την εκδοχή ότι αυτοκτόνησε με ενέσεις μορφίνης. Ήταν μόλις 28 χρόνων.

Η εκδοχή αυτή αμφισβητείται αλλά και επιβεβαιώνεται από τα δύο χειρόγραφά της, τα οποία παρατίθενται αυτούσια:

…Κι ένα κείμενο!

24-7-29

Αυτός που αυτοκτονεί γιατί του ήρθε μια μεγάλη λύπη στη ζωή, αυτός είνε ένας ανάξιος της ζωής, δεν έπρεπε να τον έχη δεχτή καθόλου. Είνε ένας μικρόψυχος. Εξαιρώ όσους αυτοκτονούν γιατί είνε άρρωστοι, είτε σωματικά, είτε ψυχικά. Φυσικά είνε ταπεινωτικό να ζη κανείς στο περιθώριο της ζωής, κι’ όμως να ζη! Μα δεν πρόκειται γι’ αυτούς, τώρα. Ο πόνος είνε το φριχτό και το μεγάλο δώρο. Να τον δεχτής για να στραγγίσης τη ζωή ως την τελευταία σταγόνα. Να τον δεχτής για να παλαίψης, ο αγώνας είνε η ζωή. Η αντίδρασή σου σε κάθε χτύπημα είνε μια νίκη, όσο κι αν χάνεις λίγο λίγο έδαφος, γιατί βέβαια εσύ θα εξαντληθείς όχι η ζωή. // Μα αυτή η απεγνωσμένη προσπάθεια, το κατανάλωμα της ψυχής μας, της ζωής μας όλης, τι αφάνταστα φριχτό και τι σεμνά μεγαλειώδες! «Καθήκον» λέξις τριμμένη, σχεδόν χωρίς ουσία και μισητή. Τι ανύψωμα θάπρεπε να της δώσω, τι ντύσιμο να της κάνω – μάλλον τι ξεντύσιμο – για να τη δώσω στον αγώνα της ζωής! Ένα καθήκον ευγενείας. Είνε ευγένεια το δόσιμο στην καταστροφή της ζωής. Πόσες γωνιές της ψυχής σου θα φωτισθούν, τι εξαΰλωμα, εξαγίασις ο σπαραγμός, η συντριβή, η ταπεινωσύνη. Στο βάθος του πόνου ολοένα, που να τελειώνουν όλα μπρος στα μάτια σου, που να σου  λείπει η πνοή, που να νιώθης κάθε στιγμή τη λόγχη στα σπλάχνα, έτσι πέρνεται η μεγάλη γαλήνη της μορφής και το φωτοστέφανο της Ζωής: ένας άξιος άνθρωπος! Έτσι μόνο θ’ αξιωθής, όταν η μεγάλη στιγμή φτάση, να καταλάβεις βαθιά ότι έζησες, ότι τη Ζωή την πήρες όλη, ότι τόσο την εξάντλησες, ώστε αν κανείς σου πρότεινε ένα ξαναγύρισμα να αρνηθής με κάθε ειλικρίνεια και απλότητα. [Αυτή είνε η μεγάλη στιγμή. Η αναμονή του θανάτου για τη δικαίωση, την ανάπαυση, απέριττη και ωραία.]

Μαρία Πολυδούρη

Από το περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 1331, Χριστούγεννα 1982.

Ανεπίδοτη Επιστολή

Στην Ελίνα

Αγαπητοί φίλοι!

Ίσως το γράμμα αυτό να μην διαβαστεί ποτέ, από κανέναν, αλλά στ’ αλήθεια δε με νοιάζει. Ίσως μέχρι να φτάσει στα χέρια σας νάχω πεια ολότελα ξεχαστή απ’ όλους. Αλλά, ούτε δα κι’ αυτό το τελευταίο με νοιάζει. Εξάλλου, δεν έχω και πολλά να σας πω, θέλω μόνο να σας θυμίσω ότι κάποτε υπήρξα. Κάποτε υπήρξα κι’ ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί. Και ζωή και Χάρος ήμουν!

Έζησα, τομολογώ, μια ζωή δηλητηριασμένη, γι’ αυτό θαρρώ αποφάσισα να την εγκαταλείψω. Εκείνο που για τους άλλους ήτανε ζωή, για μένα θάνατος ήταν. Γεννιόμουνα και πέθαινα κάθε μέρα, ώρα και στιγμή. Ζούσα με το θάνατο, ζούσα για να πεθάνω, μα τουλάχιστον δε ζούσα νεκρή όπως οι γύρω μου, τα μικρά αστεία ανθρωπάκια που λέγαν πως μ’ αγάπησαν, κι’ ας μην μπόρεσαν ποτέ, κι’ ας μην τόλμησαν ποτέ να διαβάσουν την ψυχή πούκρυβε περίσσιο φως και σκοτάδι μέσα της. Κατά βάθος με φοβόντουσαν και δεν αργούσαν να τραπούν εις άτακτον φυγήν. Δεν άντεχαν να με κοιτούν κατάματα, μην τύχει και τους κλέψω την ψυχή τους.

Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθή ότι λυπόμουνα βαθειά όταν καταλάβαινα ότι μ’ αγαπούσαν; Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου, κι’ όμως δεν πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε ότι αγαπούσα αληθινά. Δεν είνε στ’ αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν την γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς κείνοι που νιώθουν την ψυχή τους να πνίγεται στο πόνο της;

Πολλοί λέγαν ότι ζούσα μέσ’ στο κεφάλι μου. Κάτι έπρεπε να πουν κι’ αυτοί… Πως άλλως θα με κατέτασσαν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων; Άνθρωποι, ανθρωπάκια! Η ζωή ένα τεράστιο ψέμα που άλλοι το αγαπάνε κι’ άλλοι – οι λίγοι – προσπαθούν να το κάνουν αληθινή ζωή. Εσείς, αγαπητοί άγνωστοί μου φίλοι, πως ζείτε; Ζείτε; Μια φάρσα, αυτό ήταν η δικιά μου ζωή. Κανείς δεν την κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω, έζησα στο περίπου, και σκηνοθέτησα το θάνατό μου. Κι’ όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μούπαιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονή για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μέσ’ ένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι’ αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαρειά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! αν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την ωνόμασε χήρα…

Είνε που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θάθελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενειά ηττημένη. Κάποιοι από μας κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε… – ούτ’ από μας ούτ’ απ’ τους άλλους – δεν τόλμησε να ξεφύγει απ’ το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ’ αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει. Οι περισσότεροι ήταν – είμασταν – δειλοί που ’ψαχναν απλά ναύρουν την αυτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί κι’ ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι και υπερφίαλοι… Απόκληροι της αντίληψης… Κι’ όμως ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Κ., ο μόνος που θα μπορούσε ποτέ να με καταλάβει, αλλά ούτε και κείνος τόλμησε… Μούπε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα… ότι ήμουνα γι’ αυτόν μια παρηγοριά. Τόχε η εποχή, κανείς δεν ήταν ο εαυτός του! Γι’ αυτό θαρρώ και έζησα τόσο μόνη, κι’ ας είχα πάντοτε κάποιους να με συντροφεύουν, αδέλφια μου σένα πόνο που δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν. Έκαναν τα πάντα για με, αλλά η αγάπη τους ήταν μια θυσία που ποτέ δεν δέχτηκα με ευμένεια κι’ οι ανησυχίες τους χειροπέδες για μένα. «Πόσο είνε αστεία η ζωή μα και πόσο αστειότεροι είμαστε εμείς που την ανεχόμαστε τέτοια», έγραψα, θυμάμαι, κάποτε στο ημερολόγιό μου…

Μα, από τότε έχουν πεια περάσει χρόνια. Πόσα, δεν ξεύρω, αφού ο χρόνος δεν έχει πεια για με καμμία σημασία. Τώρα, είμαι κάπου αλλού και ζω – αν τούτη δω η κατάσταση θεωρείται ζωή – μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τα τετράδια του μυαλού και κυττάζω πίσω. Όλο ζητάω τα χαμένα, τις μικρές στιγμές, τον αγαπημένο… Γυρνώ το βλέμμα και τον κυττάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη… είνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος… κι’ όμως – θεέ συγχώρεσέ με – θα τον έπερνα με την καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια… Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σ’ εύρω μοναδική κι’ αξέχαστή μου αγάπη… Δε θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ… να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου εκείνο που μου ’ριχνες σαν έφτανα… τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου… να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν… να ιδώ… να νοιώσω το φίλημά σου… Είνε τόσο μεγάλος ο καϋμός και είμεθα τόσο μικροί ένας – ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμεν…

Τα λόγια αυτά ίσως νακούγονται σαν παραλήρημα ενός ετοιμοθάνατου, μα, αλοί, δεν μπορώ να πεθάνω αφού είμαι από χρόνια πεια νεκρή. Όσο ζούσα, όσο έζησα, ήμουνα παιδί. Ήμουνα ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχωμαι αλλά και ποιο παιδί δεν είνε άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη… Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά, κι’ αν είνε δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική πούνε ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στην καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε απ’ τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, την κάθε σας στιγμή τραγούδι, κι’ όταν έρθ’ η ώρα η στερνή να πεθάνετε όχι από  πλήξι, αλλά από ειλικρίνεια όπως ο φίλος τζίτζικας, που τόσο ωραία τα έλεγε μα μεις τα παίρναμε για γκρίνια…

Τώρα, καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, κυττώ πίσω και αντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: έζησα ελεύθερη όσο καμμιά άλλη γυναίκα της εποχής μου, έκανα πράγματα που δεν έκανε καμμιά άλλη, κι’ αγαπήθηκα όσο λίγες. Και, δεν το ξεχνώ, καθώς το βλέμμα μου έσβηνε, εκείνη τη μελαγχολική αυγούλα τ’ Απρίλη, δεν ήμουν πεια μόνη. Νέοι που μ’ αγάπησαν ήρθαν να μ’ αποχαιρετήσουν και φίλες γκαρδιακές στο προσκεφάλι μου ένα τελευταίο τραγούδι να μου χαρίσουν…

«Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα…», όπως λέει κι’ η καλή μου φίλη, Έμιλι Ντίκινσον.

Με αγάπη

Μαρίκα Πολυδούρη

Posted Ιανουαρίου 4, 2011 by kopanakinews in Αφιερώματα, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ 1885-1968.Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου (Γ.Α.Π.) Απόσπασμα από το βιβλίο της «ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κ. Μ. ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ.   Leave a comment

«Σ’ αγαπώ. δεν μπορώ / τίποτ’ άλλο να πω / πιο βαθύ, πιο απλό, / πιο μεγάλο!…» 250px-Theoni_Drakopoulou

Η ποιήτρια Θεώνη Δρακοπούλου. Η γνωστή σε όλους μας Μυρτιώτισσα. Αυτό το όνομα ήταν το λογοτεχνικό της ψευδώνυμο. Κανείς δεν ξέρει ποιος, πώς και γιατί διάλεξε να τη λένε έτσι.

Γεννήθηκε το 1885 στο Μπεμπέκι, ένα προάστιο της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας της ήταν Διπλωμάτης και γύρω στα 1880 υπηρετούσε στην Πόλη, που ήταν η λαχτάρα και το ιδανικό των Πανελλήνων. Ύστερα από έξι χρόνια, η οικογένειά της βρέθηκε στην Κρήτη. Η μόρφωσή της ήταν ιδιαίτερα προσεγμένη. Αγαπούσε καθετί που είχε σχέση με το βιβλίο, την ψυχή και το μυαλό.

Ήταν καλλιτεχνικός τύπος. Για ένα διάστημα, εργάσθηκε ως ηθοποιός στη «Νέα σκηνή» του Χρηστομάνου, στο Δημοτικό Θέατρο. Έπαιξε στην παράσταση «Όνειρο Εαρινής Πρωίας» του Ντ’ Αννούτσιο, ως Δυσδαιμόνα στο θεατρικό δράμα «Οθέλλος» του Σαίξπηρ και ακόμα υποδύθηκε την Αντιγόνη, στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή περί το 1904, στο Στάδιο.

Καταχειροκροτήθηκε για τα θεατρικά της χαρίσματα κι έγινε Καθηγήτρια της απαγγελίας, στο Ωδείο Αθηνών.

Για το ταλέντο της στην ποίηση, τιμήθηκε με  το Κρατικό Βραβείο το 1940 και από την Ακαδημία Αθηνών, πήρε άλλα δύο βραβεία. Το ποιητικό της έργο απαρτίζεται από τα: «Τραγούδια» (1919), «Κίτρινες Φλόγες» (1925), μία δίτομη «Παιδική Ανθολογία» (1930), «Τα Δώρα της Αγάπης» και οι «Κραυγές» (1939). Επίσης, με την υπογραφή της σώζονται διάφορα αφιερώματα, μεταφράσματα, σκόρπιοι στίχοι και πεζά.

Τα θέματά της ήταν ένα μονόχορδο πάθος, γεμάτο ένταση για την αγάπη και τον έρωτα. Έρωτα συνταρακτικό, τον οποίο εξυμνεί ανενδοίαστα, αφού γι’ αυτήν είναι η ουσιαστική γεύση της ζωής και από τον οποίο είχε την περηφάνια να παίρνει τα λιγότερα. Κι ακόμα την αγάπη,  που η αληθινή της μορφή, οδηγεί στον Θεό. Είναι η πληρότητα. Είναι η φλέβα της ζωής! Τη δίνεις στον άλλον για να γευθείς τη μεγάλη χαρά, τη λησμονιά του εαυτού σου.

Η Μυρτιώτισσα τόλμησε θαρρετά να πει τούτα τα υπέροχα λόγια:

Σ’ ΑΓΑΠΩ! (Από τις «Κίτρινες φλόγες»)

«Σ’ αγαπώ. δεν μπορώ / τίποτ’ άλλο να πω / πιο βαθύ, πιο απλό, / πιο μεγάλο! / Μπρος στα πόδια σου εδώ / με λαχτάρα σκορπώ / τον πολύφυλλο ανθό / της ζωής μου. / Ω μελίσσι μου, πιές / απ’ αυτόν τις γλυκές / τις αγνές ευωδιές / της ψυχής μου! / … Και για στρώμα, Καλέ, / πάρε όλην εμέ, / σβήσ’ τη φλόγα σ’ εμέ / της φωτιάς σου, / ενώ δίπλα σου εγώ / τη ζωή θ’ αγρικώ / να κυλάει στο ρυθμό / της καρδιάς σου… / Σ’ αγαπώ. τι μπορώ / Ακριβέ, να σου πω / πιο βαθύ, πιο απλό, / πιο μεγάλο;»

Αυτή η κοπέλα ήταν γεννημένη να είναι ελεύθερη. Ήθελε να ζήσει. Δεν έκρυψε ποτέ τον ψυχικό κόσμο της πίσω από κάποιο προσωπείο, παραπλανώντας τους άλλους για να μην εκτεθεί. «Πόσες Αγάπες! κι ήταν όλες / ξεχωριστές. / Άλλες πολύχρωμες σα βιόλες, / άλλες σα γιασεμιά λευκές…» Είχε ψυχή αγέρινη, σαν το φτερό που λαχταρά να τριγυρίζει και να φτεροκοπά στον άνεμο. Δεν υπολόγιζε πως ήταν γυναίκα και έπρεπε να δεσμεύεται από λογής – λογής κοινωνικές προλήψεις και παλιά έθιμα, συνηθισμένα στη σιωπή! Γύρεψε να λυτρωθεί μέσα από την ποιητική εξομολόγηση και το έκανε. Πόσος ρεαλισμός, πόση επίγνωση, πόση ελπίδα!

ΟΤΑΝ ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ (Από τις «Κίτρινες φλόγες»)

«Όταν καμιά φορά τυχαίνει / ν’ αγαπηθούνε δυό ψυχές / όμοια ωραίες κι όμοια διαλεχτές / πάντα μια στρίγκλα Μοίρα τις προσμένει. / Μα εσείς απάνω από τη Μοίρα / ω φλόγινες καρδιές, σταθήτε / προς τη ζωή με ορμή χυθήτε / ως χύνονται τα παλικάρια / στη  μάχη. βράχοι να γενείτε. / Θεριά κι ο άνθρωπος κι ο Νόμος / μ’ αν τα νικήστε, πέρα ο δρόμος / απλώνεται απαλός για σας. / … Και τούτο μοναχά να στοχαστείτε: / Πώς Μοίρα ανώτερη τα ορίζει αυτά / κι ότι δεν πρέπει ενάντια να σταθείτε / στα σχέδιά της τα σοφά».

Η μοίρα είχε προικίσει την Θεώνη Δρακοπούλου με εξαίσια δώρα. Θεσπέσια γυναίκα! Σπάνια ομορφιά, αδρά χαρακτηριστικά, ωραία φωνή, εξυπνάδα, μυαλό κοφτερό σαν μαχαίρι. Ήταν φύση πληθωρική από ευαισθησίες, αισθήματα, πάθη, πόθους και είχε κάτι το ατίθασο επάνω της. «Τα δώρα της αγάπης σου, Καλέ, / μ’ όλα τα μύρα, / κι αν δεν μου τά ’φερες, εγώ / πλούσια τα πήρα. / Τα πήρα και ταξίδεψα βαθιά / στους άϋλους τόπους, / κι αγαπηθήκαμε έξω απ’ τον καιρό / και τους ανθρώπους…» Είχε μια ακέρια θηλυκότητα, με τέτοια στοιχεία, τρυφερά, ανθρώπινα, πολιτισμένα, που ανεβάζουν τη γυναίκα πολύ πιο ψηλά από τον άνδρα. Αυτή η υπεροχή της φαίνεται στο παρακάτω ποίημα:

ΔΕ ΒΑΣΤΑΞΕΣ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ (από «Τα Δώρα της Αγάπης»)

«Δε βάσταξες, αγάπη μου, στο δύσκολο ανηφόρι / κουράστηκες, παραπατάς, / παλεύεις με την παγωνιά και με το ξεροβόρι, / ωσότου, τέλος, σταματάς. / Γυναίκα εγώ, και σύρθηκα ψηλότερα από σένα, / κι ακόμα βλέπεις, προχωρώ, / σαν τα πουλιά που επίμονα τραβάνε για τα ξένα, / και με σπασμένο το φτερό…»

Καθετί που την περιόριζε, ήταν γι’ αυτήν τυραννία και για τα χρόνια εκείνα η ελευθερία δεν ήταν για τις γυναίκες! Όμως, ήταν τόσο ελεύθερη, που βγήκε ακόμα και στο θέατρο. Έγινε θεατρίνα. Αδιανόητο για ένα κορίτσι. Ένα «καλό νοικοκυρεμένο σπίτι», το ν’ αφήσει την κόρη του να βγει στο θέατρο, ήταν σαν να έβγαινε μία κοπέλα στο πεζοδρόμιο, γι’ αυτό τη συμβούλεψαν οι γονείς της, να κάνει ένα καλό γάμο, από συνοικέσιο. Ό,τι χειρότερο για μια φύση ελεύθερη, ανήσυχη, παθιασμένη και ποιητική. «… Ω ηδονή της ηδονής! τα χέρια / σε σένανε τρεμάμενα τ’ απλώνω / σα δυό λαχταρισμένα περιστέρια. / Θα σου δοθώ με την ψυχή μου ακέρια / κι υποταγμένη στο δικό σου νόμο…»

Απόρθητη, αντιδρούσε. Κι όμως, υπάκουσε στις διάφορες πιέσεις και υποχώρησε. Επρόκειτο για έναν εξάδελφό της, που έμενε στο Παρίσι. Σε κάποιο ταξίδι του στην Ελλάδα, ερωτεύτηκε τη Θεώνη. Εκείνη δεν τον αντιπάθησε. Ήταν μορφωμένος. Τον ξεχώρισε και παντρεύτηκαν. Μολονότι ο σύζυγός της, έκανε ό,τι μπορούσε για να την πλησιάσει, δυστυχώς ο ένας έμεινε ξένος προς τον άλλον. Και αποδείχτηκε πως ήταν ένα λάθος η απόφασή της να παντρευτεί.

Από το γάμο εκείνο, απόχτησε ένα παιδί, το Γιώργο Παππά. Νέες αγάπες και νέα χρέη γι’ αυτήν, τα οποία δοκίμασαν τις ευαισθησίες της. Το αποτέλεσμα ήταν το τέρμα ενός ονείρου. Σταμάτησε το θέατρο, μεγάλωνε το παιδί της, βέβαια, μα η ψυχή της ήταν σαν το πουλί που παράδερνε σ’ ένα κλουβί. Κι έλεγε:

ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ (από τις «Κίτρινες Φλόγες»)

«… πώς γίνεται, πώς γίνεται, ω Ζωή, / να ’σαι για μένα τέτοια φυλακή; / Γιατί καμιά δεν ξέρω μέρα μου η στιγμή, / κι όταν σφίγγουμ’ απάνω σου με πόθο, / κι ακόμα στην πιο έντονη του Έρωτα ηδονή, / που γύρω μου να μη σε νιώθω / σαν ένα σιδερόφραχτο κλουβί…»

Και… ΑΝΙΑ

«Τι να ’ναι αυτό που μ’ αναγκάζει / κάθε μου πόθο να σκοτώνω / και σ’ ένα ατέλειωτο μαράζι / πικρά, βουβά να σιγολιώνω; / Γιατί το χέρι μου  να σπάζει / της ηδονής τ’ άγιο ποτήρι; / Γιατί το είναι μου ησυχάζει / μονάχα σαν ο Ήλιος γύρει; / Γιατί το φως μου φέρνει ανία / τ’ ολόγλυκο το φως της μέρας; / Ποια της ψυχής άγρια μανία / μού δείχνει τη ζωή σαν τέρας;»

Η Μυρτιώτισσα εμφανέστατα επαναστατεί και πάλι. Άφησε τον άντρα της, έναν ευγενικό άνθρωπο, ο οποίος κράτησε την πίκρα του χωρισμού τους. Εκείνη με γενναιότητα αναγνωρίζει το φταίξιμό της, αλλά απόχτησε την ποθητή ελευθερία της. «…Και μη γυρεύεις σκοπό κι αιτία / λεύτερα ζήσε σαν τα θηρία…» Για παρηγοριά, είχε το μοναχοπαίδι της κι ένα κενό στην ψυχή της, το οποίο γέμισε μόνο μ’ ένα δυνατό έρωτα, το «μοιρόγραφτο Έρωτα», που ήρθε στο πρόσωπο ενός τέλειου, ιδανικού άνδρα. «Ω! τίποτα μη λες, το ξέρω / κείνο που θα ’πρεπε να μάθω. / Είσαι η Αγάπη!…»

Πρότυπο για ’κείνη, στο πνεύμα, στο ήθος, στον έρωτα, στην ψυχή, στη λεβεντιά, στη μόρφωση. Νούς αιθέριος, φύση αριστοκρατική, ποιητική, μελαγχολική. Γοήτεψε το ανήσυχο πλάσμα, που δεν είχε βρει ως τότε το ιδανικό του, τη λύτρωσή του. Όλα όσα την κλυδώνιζαν από μικρή, τα απειθάρχητα ένστικτά της, οι ανησυχίες της, οι δυνατές ερωτικές της παρορμήσεις, που δε βρήκαν διέξοδο στον άτυχο γάμο της, οι καλλιτεχνικές της δυνατότητες και φιλοδοξίες, έγιναν μια απλή και ολοκληρωτική προσφορά αγάπης σ’ έναν άνθρωπο που δεν ήταν μία τυχαία περίπτωση. «Ένα λουλούδι εγύρεψα, μονάχα ένα λουλούδι / μ’ ολόγλυκη ευωδιά…» Αυτός ήταν ο Λορέντζος Μαβίλης. Τον κατέκτησε κι εκείνη κι έδωσε μία πλήρη διέξοδο σε όσα του κατέτρωγαν την ψυχή και το σώμα. Μαζί, μετουσίωσαν σε πραγματικότητα τα πιο απότολμα αισθηματικά όνειρά τους. Αγαπήθηκαν με πάθος. Μοιάζουν με παραλήρημα οι στίχοι της:

ΑΓΑΠΗ (Από τα «Τραγούδια»)

Μια μαύρη θάλασσα την ξέβρασε / μια μέρα στο δικό του περιγιάλι. / Του είπε: – Δώσε μου προσκέφαλο / τα χέρια σου, να γείρω το κεφάλι. / Είμαι ναυαγισμένη κι έρημη / στάζω φαρμάκι, δες τα δάκρυά μου… / Της λέει: – Έχω για σε ξεκούρασμα / καλύτερο απ’ τα χέρια, την καρδιά μου. –  / – Μα δε με βλέπεις; Είμαι ολόγυμνη. / κουρέλια στο κορμί και στην ψυχή μου. – / Της είπε: – Ατίμητη η πορφύρα μου / να, πάρε την, και η γύμνια σου δική μου. –  / – Αλίμονό σου! Έγνοιες, βάσανα / κι άγρια πάθια μέσα μου σαλεύουν. / – Μα με το χάδι της Αγάπης μου / τα πιο μεγάλα πάθια γαληνεύουν! – / – Σώπα, είν’ αργά για τέτοια όνειρα / ο Χάροντας υφαίνει το χαμό μου. – / Της λέει: – Έχω τ’ αθάνατο νερό / να, πιες το σ’ ένα φίλημα δικό μου! –

Ο χρόνος της ευτυχίας τους… δεν περίσσεψε! Όταν ο Μαβίλης, μέγας πατριδολάτρης, και ήρωας, έμελλε να χαθεί, στο Δρίσκο της Ηπείρου στα 1912, πολεμώντας, η Μυρτιώτισσα έπεσε από το πιο μεγάλο ύψος ευτυχίας, σ’ ένα απροσδόκητο βάραθρο δυστυχίας. «Κλαίει η βροχή μές στη  νυχτιά / για την πικρή μου την καρδιά… / … «Βάστα φτωχούλα μου, κι αυτό, / σαν έτσι σου ήτανε γραφτό…» Μετά το θάνατό του, έβρισκε διέξοδο στον πόνο της, τριγυρίζοντας και βρέχοντας με τα δάκρυά της, τα ερείπια του έρημου θεάτρου του Διονύσου. Σ’ αυτούς τους ιερούς χώρους, μιλούσε για το μεγάλο πόνο της στον ποιητή Κωστή Παλαμά.

Ο μόνος θερμός φίλος, ίσως και κάτι περισσότερο – και πώς να μην ήταν; – αφού του εμπιστευόταν τα πάντα της ζωής της. Τους κατέκλυζε ένας πνευματικός έρωτας, ο οποίος επηρέασε και τους δυό βαθιά. Εκείνος, έγραψε ένα απ’ τα λυρικά αριστουργήματά του. Λέει στην Τριλογία της «Διπλομοναξιάς»: «Αν έχεις δάκρυα, στάξε τα, μαργαριτάρια θα είναι, / μην τα ντραπείς τα λείψανα, κι αυτά πονούν και κλαίνε…» Κι εκείνη: «…Κι όπου κι αν βρέθηκα μονάχη μου / ή μες στο βούϊσμα του κόσμου, / ήσουν εσύ παντού και πάντοτε / ο μυστικός ο σύντροφός μου. / Θέλω να ξέρεις πώς θα φλέγεται / πάντοτε μέσα μου η ματιά σου / και όλα τα χρόνια που μου μέλλονται / εγώ θέ να τα ζω κοντά σου…»

Κεραυνωμένες αγάπες από τη μοίρα. Εφιαλτικές θύμησες. Με το πέρασμα του καιρού, ο πόνος αραιώνει, σαν τη συννεφιά μιας θύελλας, μα η ποιητική μνήμη της Μυρτιώτισσας, δε θα λησμονήσει ποτέ τον έρωτά της. «… Ν’ αναρωτιέμαι: «Τάχα υπάρχω ακόμα;» / να ψάχνω με τα χέρια το κορμί μου, / να με φοβίζει το κλειστό μου στόμα, / να με ξαφνιάζει η άγνωστη κραυγή μου…» Ό, τι ασπατάλητο μαζί του, κρατιόταν ζηλότυπα κρυμμένο μέσα της. Έτσι, εκείνη άρχισε να γράφει, να γράφει στίχους, για να εξαγνίσει ένα χαμένο και πικραμένο παρελθόν. Μονάχα μια γυναίκα, μπορεί έτσι και τόσο πολύ, να νιώσει την «απόλυτη ευτυχία» έστω και  μέσ’ από τη γοερή απουσία του αγαπημένου της.

ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ (Από τις «Κίτρινες φλόγες»)

Τα βήματα, ω! τα βήματά σου / τα γνώριμα, τ’ αγαπημένα / πόσον καιρό είναι σωπασμένα! / Έχω ποθήσει τη μιλιά σου / τα μάτια σου, τα δυό σου χέρια / έχω διψάσει τα φιλιά σου / μα πια με σφάζουνε μαχαίρια / σα θυμηθώ τα βήματά σου / που ως τ’ άκουγα, μεμιάς ακέρια / βρισκόμουν μες στην αγκαλιά σου…/ Τ’ αγαπημένα βήματά σου / στα ονείρατά μου τρομαγμένα / φτάνουνε κάποτε σ’ εμένα! / … φτερουγιαστά τα βήματά σου…»

Συντροφιά μόνο είχε το γυιό της. Τα χρόνια περνούν. Αναδεικνύεται σε μια κορυφαία ποιήτρια, μα η μοίρα την ξαναχτυπά. Ήταν γραφτό της να πιει το πιο πικρό ποτήρι. Ένιωσε τον πιο σπαρακτικό πόνο, που μπορεί να νιώσει άνθρωπος. «…Μα είναι μεγάλος μου ο καημός, κι είναι πικρή η ψυχή μου… / Ω! διάφανο αγριολούλουδο βγαλμένο απ’ την πνοή μου…» Έχασε το μονάκριβο βλαστάρι της στην ακμή της ηλικίας του. Κι ας είχε πει τόσο ωραία: «Κι όμως, κι εσένα κάποτε, παιδί μου θα σε χάσω / αφού να φύγω πρώτη είναι γραφτό…» Αυτό που τόσο φοβόταν, τον τραγικό αποχωρισμό, πραγματοποιήθηκε με το δικό του χαμό, το θάνατό του.

Είχε ακολουθήσει τα βήματά της στο σανίδι του θεάτρου και ήταν αξιόλογος ηθοποιός. Τον λάμπρυνε ο φωτοστέφανος της τέχνης, αλλά στο μεσουράνημα της καλλιτεχνικής του πορείας, έσβησε το άστρο του… Και η μάνα ποιήτρια έγραψε γι’ αυτόν: «Έφυγε πάνω στην ωραιότερη ώρα του, αφού έδωσε ό,τι καλύτερο είχε να δώσει στην τέχνη και τον άνθρωπο. Η καρδιά του, ολοένα αδυνάτιζε. Εκείνη η καρδιά, που η δική μου, της είχε μάθει ν’ αγαπά…» Και… «Χρυσό μου αγόρι, θέριεψε ο πόνος / μες στη δοκιμασμένη μου καρδιά. / Για συλλογίσου! Πέρασ’ ένας χρόνος / που μ’ άφησες να πας στην ξενιτιά». Δυστυχώς, έφυγε πρώτα από εκείνη. Αυτό την τσάκισε. Ολομόναχη πια στη ζωή, τραγικά ολομόναχη, έλεγε: «Όσο περνούν τα χρόνια, οι αντοχές κάμπτονται, οι μνήμες πληθαίνουν, οι χαρές λιγοστεύουν κι ολοένα πιο ξεκάθαρα αντιλαμβανόμαστε το γελοίο και το τιποτένιο της γύρω μας πραγματικότητας». Καθαγιασμένη πλέον από τη μοίρα και από την τέχνη, συγκατοικεί με τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Η Μυρτιώτισσα δεν ήθελε να κάνει ποίηση οπωσδήποτε. Το ποιητικό έργο της, δεν είναι μεγάλο σε ποσότητα. Έγραφε μόνο όταν η έμπνευση ερχόταν από μέσα της, χωρίς περισσή γυναικεία φιλολογία, χωρίς πνευματικά αντερείσματα. Ο Κωστής Παλαμάς, προλογίζοντας σοφά τις «Κίτρινες Φλόγες», με αγάπη, παρατηρεί «μία κάποια ατημελησιά στο στίχο», αλλά αυτό οφείλεται στο γοργό ανάβρυσμα του λόγου της, που είναι σαν να ξεπηδά απ’ όλο το είναι της. «Πιστεύεις στης ημέρας τ’ άγριο φως / ή μήπως και τραβιέσαι απ’ το σκοτάδι;» Τούτο το ποιητικό αμάρτημα, έναντι της δουλεμένης στιχουργικής και γλωσσικής μορφής, σήμερα αξιολογείται με περισσότερη επιείκεια διότι, με λίγα λόγια «συγκινεί» και τίποτα απ’ όσα γράφει δεν είναι αναίτιο. Όλα έχουν την πηγή τους. «Ω νύφη! που δεν μπόρεσα ποτέ να σε συλλάβω! / Στο διάστημα τ’ αμέτρητο του χρόνου του φευγάτου, / πάντα σε βλέπω στον αφρό του γαλανού κυμάτου, / να λάμπεις απ’ της θύμησης τη δάδα που σ’ ανάβω».

Τα ποιήματά της λιγοστά μα ζωτικά, βιωματικά. Είχαν το πάθος. Δε νόθευσε το ερωτικό ένστικτο με καρυκεύματα. Έγραφε όπως ένιωθε, απλά, αισθησιακά, άφοβα, υπερήφανα. Η τολμηρή της κραυγή, η κραυγή της ηδονής, ομολογείται και δονείται με περιπάθεια:

«VOLUPTAS – ΗΔΟΝΗ» από τις «Κίτρινες Φλόγες»

«Ελάτε, ο κόσμος όλος είμαι εγώ. / Μες απ’ τα χρυσοκόκκινα μαλλιά μου / απ’ τη ματιά κι από τα δάχτυλά μου, / της Ηδονής πετιέται το στοιχειό. / Ελάτε, ο κόσμος όλος είμ’ εγώ! / Με ρόδα ευωδιασμένο έχω το στρώμα / κι απάνω του – μεθυστικό πιοτό – / χυμένο το αλαβάστρινό μου σώμα. / Όμως αγάπη μη γυρεύετε από μένα!… Και… Μέσα μου άγριες νιώθω επιθυμιές / για τις ερωτεμένες σας καρδιές… / Και… Δάκρυα δε θέλω. δε ζητώ / παρά φωτιά για τη φωτιά μου, / τα σαρκικά φιλιά μου / στόμα που στάζει φλόγα να γευτεί. / Ω! τι με νοιάζει τότες κι αν κοπεί / το νήμα από της Μοίρας μου το αδράχτι, / αφού θα νιώθω πώς θα σκορπιστεί / από ηδονή το είναι μου σε στάχτη!»

Η Θεώνη Δρακοπούλου, παρέμεινε μοναδικό δείγμα γυναικείας γνησιότητας, χαρακτηριστικό που μας έδειξε στα ποιήματά της, μ’ ένα εσωτερικό μέγεθος, σ’ ένα κόσμο που όλο και απομακρύνεται σε μια ζωή με υποκατάστατα. «Συ που ονειρεύτης τη χαρά πέρ’ απ’ τα όρια της ζωής / και πάνου από τη δύναμη τ’ ανθρώπου, την αγάπη…» Όλη της η αλήθεια ξεχύνεται στους στίχους της, σαν παιδική προσευχή…

Η ποίησή της είναι μια νίκη, μια σημαία της ζωής, που κυματίζει με το δικό της ρυθμό, ακόμα και μες στους νέους ανέμους που φυσάν, στους ποιητικούς χώρους.

Η Μυρτιώτισσα πέθανε στην Αθήνα σε μεγάλη ηλικία, το 1968. Ήταν 83 χρόνων. Ο Ακαδημαϊκός Τάσος Αθανασιάδης, έγραψε γι’ αυτήν: «Η ποιήτρια των “Δώρων της Αγάπης”, αναδίνει μέσ’ απ’ την ποίησή της, έναν μυστικό φωτισμό, που κάνει το ανθρώπινο τοπίο γύρω μας, πιο λαμπερό και το πεπρωμένο μας, το θάνατο, λιγότερο παράλογο…»


 

 

Posted Δεκέμβριος 16, 2010 by kopanakinews in Αφιερώματα, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

7. ‘Aγιο πάθος   Leave a comment

Φιληθήκαμε τρυφερά, απαλά και γελάσαμε μ’ εκείνο το γέλιο που βγαίνει αυθόρμητο, κρυστάλλινο, χωρίς να ξέρεις το γιατί, χωρίς να το ελέγχεις. Είναι το γέλιο του τρελού έρωτα, της τρελής χαράς, καθώς λένε.



Posted Δεκέμβριος 1, 2009 by kopanakinews in ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

6. Σαν νικηθεί η Aγάπη   Leave a comment

Σε κρατώ

Δε θέλω να σου μιλήσω

κι όμως τόσα

σου λέω κάθε στιγμή.

Δε θέλω να σ’ ακούσω

κι όμως νιώθω τόσα

να μου λες με τη σιωπή.

Δε θέλω να σε βλέπω

γιατί φοβάμαι

πως θα λυγίσω

ως το θρυμμάτισμα.

Άσε

άσε να σε κρατώ

στη διπλωμένη μου ψυχή

κι ας ζω

στο άπλετο σκοτάδι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΣΑΝ ΝΙΚΗΘΕΙ Η ΑΓΑΠΗ

Posted Δεκέμβριος 1, 2009 by kopanakinews in ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

5.ΤΑ ΑΚΡΙΒΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ   Leave a comment

»Μη θυμώνεις. Μη με μαλώνεις. Μου ’γινες… ανάσα ζωής. Και θέλω να βλέπω τον κόσμο από ψηλά. Ν’ αγναντεύω, πατώντας στους ώμους σου, με το ανάστημα των δυο μας.

»Πρέπει να κρατήσω αγνές τις εξάρσεις και τις υφέσεις της αγάπης μας.

»Δεν είναι χίμαιρες, όπως λες. Όχι! Είναι κομμάτια από εμάς τους δύο. Και δε σου αρνιέμαι ότι τα δικά σου ήταν περισσότερα. Τα μέτραγα μες στα μικροψέματά σου. Δεν ξέρω άμα είναι γενναιότητα ή δειλία να φύγω οριστικά. Σίγουρα σ’ αγαπώ άμετρα μα χρειάζομαι τη διαβεβαίωση τη δική σου.

5.ΤΑ ΑΚΡΙΒΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Posted Οκτώβριος 24, 2009 by kopanakinews in ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ