Archive for the ‘ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΟΥ’ Category

ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΣΤΑΦΥΛΑ ΣΤΗΝ «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ»   Leave a comment

672Είναι μια από τις πολυγραφότερες Ελληνίδες ποιήτριες, που συνδυάζουν την ποιότητα με την ποσότητα.
Καταξιώθηκε στον χώρο των Γραμμάτων και με την πληρότητα του έντεχνου λόγου της. Με τη σύγχρονη έκφραση έχει μια γνήσια φωνή με ξεχωριστή πρωτοτυπία και ανθρωπιά. Οι συμβολισμοί με τις ιδιαίτερα εντυπωσιακές εικόνες και το βάθος του στοχασμού, αποτελούν σημαντική προσφορά στην ελληνική ποίηση.
Η Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου (Μαλλούσα) βρίσκεται στο ποιητικό κλίμα της μοναδικής μας Μυρτιώτισσας.

Μ. Σταφυλάς
Νεοελληνικά Αφιερώματα, (Δ. Ι. Ν. Λ.)
Εκδότης περιοδικού «Πνευματική Ζωή» – λογοτέχνης – κριτικός

Advertisements

Posted Δεκέμβριος 15, 2015 by kopanakinews in ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΟΥ

Ο φιλόλογος Γιώργος Βλάσης γράφει για την ποιητική μου συλλογή «Τα κλειδιά της καρδιάς».   Leave a comment

Βιβλιοπαρουσίαση του Γ. Βλάση

«ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ»
Της Γεωργίας Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου (Μαλλούσα)

Και ξαφνικά βλέπεις και αντιλαμβάνεσαι ότι το δειλό και αθόρυβο συγγραφικό ξεκίνημα έδωσε, μέσα σε δύο περίπου δεκαετίες, στην Τρίπολη την ποιήτριά της, την λογοτέχνη ακριβέστερα, η οποία επάξια καταλαμβάνει, πλέον, ξεχωριστή θέση μεταξύ των ομοτέχνων της. Και όχι, βέβαια, μόνο μεταξύ των Αρκάδων – η αναγνώρισή της έχει προ πολλού ξεπεράσει τα τοπικά σύνορα, τρανταχτά ονόματα της Λογοτεχνίας, όπως ο Τάσος Αθανασιάδης και ο Ηλίας Σιμόπουλος, έχουν αναφερθεί θετικά, υμνητικά για την ακρίβεια, στο έργο και στο ταλέντο της. Με συγκίνηση θυμάμαι – αρχές της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα – την ντροπαλή παράκλησή της να διαβάσω και να αποτιμήσω (ο… επαΐων!) τα πρώτα ποιήματά της, χειρόγραφα σε μαθητικό τετράδιο…
Σήμερα, λοιπόν, η Μαλλούσα, κατά… κόσμον, Γ. Ν. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ από το Κοπανάκι Μεσσηνίας, μας έχει προσφέρει 21 (εικοσιένα) βιβλία. Από αυτά τα έξι (6) είναι ποιητικές συλλογές, ένα (1) μυθιστόρημα, μία (1) πραγματεία, Λογοτεχνικά Δοκίμια, ποιητικά πορτρέτα, πεζογραφήματα – αφηγήματα. Ακόμη και στον θεατρικό λόγο, με το έργο «Σε Ικετεύω, Ύψιστε…», διασκευή του θεατρικού έργου «Το Κριτήριο» του συντοπίτη της Πολύβιου Δημητρακόπουλου (Πωλ Αρκάς). Τελευταίο, αλλά – είναι βέβαιον – όχι έσχατο πόνημά της, «Τα κλειδιά της καρδιάς». Μια σειρά ποιημάτων, που πραγματικά έρχονται από τα βάθη της καρδιάς της, βιωματικό εμφανώς, αλλά και καταστάλαγμα πείρας και σοφίας, καθώς τα χρόνια, οι περιστάσεις του βίου και οι, μικρές ή μεγάλες, εμπειρίες πλουτίζουν την ποιήτρια. Ειδικά στο β΄ μέρος του βιβλίου, με τον εύγλωττο τίτλο «Του ποιητή το παραλήρημα», εύκολα ξεχωρίζει κανείς δίστιχα ή τρίστιχα, που ευχαρίστως αποθηκεύει στη δική του καρδιά και μνήμη.
Το α΄ μέρος περιλαμβάνει 46 ποιήματα, ολιγόστιχα ή πολύστιχα, στα οποία θεματικά κυριαρχεί η Μάνα, ο Έρωτας, το Θείο, ο Θάνατος. Διαμαντάκια που στραφταλίζουν και τραβούν πάνω τους προσοχή και αίσθημα.
Όσες και όσοι την Ποίηση και τους δημιουργούς της αγαπούν, θα χαρούν και θα κερδίσουν, ως άνθρωποι και αναγνώστες, εάν και όταν γνωρίσουν το έργο της Γ. Ν. Α. – Π. Και βέβαια, πρώτη η Τρίπολη οφείλει και συμφέρον έχει να γνωρίσει η ίδια και να προβάλλει ύστερα, με σεμνότητα, αλλά και με αυτοπεποίθηση, τη δική της ποιήτρια.

Γιώργος Βλάσης
Φιλόλογος

Βιβλιοπαρουσίαση «ΑΡΚΑΔΙΚΑ ΝΕΑ», Ιούνιος 2015

1-2386778a2a

Posted Δεκέμβριος 7, 2015 by kopanakinews in ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΟΥ

ΕΝ ΤΡΙΠΟΛΕΙ… η ΠΟΙΗΤΡΙΑ…γράφει ο φιλόλογος Γιώργος Βλάσης.   Leave a comment

Το πορτρέτο της ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ της ΤΡΙΠΟΛΗΣ για το γε νυν έχον και μολονότι στη μικρή μας πόλη αρκετές είναι οι γυναίκες, οι κυρίες που αποτελεσματικά και αξιοπρόσεχτα θεραπεύουν την τέχνη του Ομήρου, της Σαπφούς, του Σολωμού και του Καβάφη και άλλων μεγάλων ομοτέχνων τους και των δύο φύλων, η ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ – φαίνεται να έχει κατακτήσει δικαιωματικά τον τίτλο «η ποιήτρια της Τρίπολης».

Δεν απεφάνθη, πάντως, για πολλές του στίχου ιέρειες, ο προσφάτως αποδημήσας, μεγάλος συγγραφέας και Ακαδημαϊκός Τάσος Αθανασιάδης ότι: «οι στίχοι της είναι κελαηδισμοί αηδονιού». Και ο δικός μας Ηλίας Σιμόπουλος δεν δίστασε να γράψει ότι: «η ποίησή της είναι ένας ύμνος στον έρωτα, ένα τρυφερό ελεγείο γεμάτο ευγένεια και λυρικό πάθος». Και άλλοι όχι άσχετοι με την τέχνη του λόγου κρίνουν σημαντικό το έργο της. Κάτι αποδεικνύουν όλα αυτά – μαζί με τις διακρίσεις της σε πολλούς και διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
Την Γ.Α.Π. «γνώρισα» ως δημιουργό προ δεκαπενταετίας περίπου, όταν δειλά με πλησίασε και ζήτησε την ταπεινή κρίση μου για τα πρώτα ποιήματά της, συγκεντρωμένα και χειρόγραφα σε χοντρό τετράδιο. Ουσιαστικά η «απάντησή μου» δόθηκε με και μέσα από δικά της λόγια, σαν κι αυτά:
Υπάρχει ένα αηδόνι /που κελαηδεί με την καρδιά.
Υπάρχει ένα λούλουδο / που όμοια μοσχοβολιά δεν έχει.
Και ψάχνεις. / Σαν πεταλούδα τριγυρνάς / για τ’ ακριβά.
Η προτροπή ήταν να μην αφήσει το αηδόνι να βουβαθεί, το λούλουδο να μαραθεί, την πεταλούδα να σταματήσει το πέταγμα και το ψάξιμο… Ευτυχώς, άντεξε πολλούς και πολλά… Ξεκίνησε, συνεχίζει.
Μέσα σ’ αυτά τα 15 χρόνια, από το 1992 που δημοσίευσε την πρώτη ποιητική συλλογή της, τις «Αθόρυβες διαδρομές», μέχρι σήμερα έχει εκδώσει πέντε συνολικά ποιητικές συλλογές και εννέα πεζογραφήματα, ενώ ανέκδοτο αλλά ολοκληρωμένο είναι ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα – ερωτικό, ρεαλιστικό, ευανάγνωστο, σε πολλά και πολύ αρτιότερο, συναρπαστικότερο και πλέον αισθηματογόνο από άλλα που κυκλοφορούν και διαφημίζονται και εις τα ευπώλητα αριθμούνται (το έχω μελετήσει γι’ αυτό και η διατύπωση της άποψης – αλλά η έκδοση και η «προώθηση» ενός πνευματικού προϊόντος γενικά, ενός βιβλίου ειδικότερον, είναι θέμα και πρόβλημα που δεν φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει και να λύσει(!) αντίστοιχα η παρούσα στήλη).
Η ίδια η Γ.Α.Π. έχει συνείδηση των δυσχερειών και εμποδίων που αντιμετωπίζει η Ποίηση στην εποχή μας και οι ποιητές στην ελληνική περιφέρεια, οι εκτός Συστήματος και Κύκλων, «οι ποιητές άδοξοι που ’ναι» καταπώς γράφει ο δικός μας τραγικός αυτόχειρας. Σημειώνει κάπου η Γ.Α.Π.: «Εμείς οι “άδοξοι ποιητές”» και συγγραφείς δεν υστερούμε σε έργο. Αγαπήστε μας. Δεν φιλοδοξούμε, δεν φλυαρούμε – εκφραζόμαστε μόνο για όλους εκείνους που αισθάνονται. Έτσι είμαστε – όλο “τσουγκριά”. Ανήσυχοι κι αβέβαιοι, αποζητούμε την πληρότητα, την τελείωση, μέσα από τ’ αναρωτήματα. Είναι πολύ οδυνηρό να πατάς και ταυτόχρονα να πετάς, χρειάζεσαι αντοχές για να επιβιώσεις σ’ έναν κόσμο απρόσωπο, από τον οποίο λείπουν τα χαμόγελα, τα σφιχτά χέρια, οι ζεστές καρδιές. Πρωταγωνιστούν η ταπεινή φιλοδοξία, το χρήμα, οι περιστασιακές απολαύσεις – οι ψυχές των ανθρώπων αδειάζουν όλο και περισσότερο. Έρημες! Μόνες! Ο καθένας ζει την δική του γυμνή «μοναχικότητα».
Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτήν τη γύμνια, την ερημιά και την μοναχικότητα η Ποιήτρια της Τρίπολης δίνει διαμάντια σαν την

Όμορφη γυναίκα…
Όλες οι γυναίκες είναι ωραίες.
Όμως μια όμορφη γυναίκα / είναι σπάνια.
Είναι η γυναίκα / του έρωτα και της αγάπης.
Είναι η γυναίκα / των άστρων και των λουλουδιών.
Είναι η γυναίκα του ονείρου / είναι η γυναίκα που στη μορφή της / φαίνεται η ψυχή της.
Βαθιά ερωτική η ποίηση της Γ.Α.Π., έχει ως βασικά θέματά της την ανθρώπινη μοναξιά, την σκληρότητα των καιρών μας, την μοίρα των ευαίσθητων, την γυναίκα, τον Έρωτα, προπαντός, σαν δύναμη ζωοποιό, γεγονός καθημερινό αλλά και διαχρονικά ζητούμενο, σκληρό και «γυμνό» και σύγκαιρα ιδεατό και πανώριο – θυμίζουν, συχνά, οι σχετικοί στίχοι της Σαπφώ ή Μαρία Πολυδούρη στη δύναμη πάθους και της πράξης. Κλείνω, λοιπόν, την, μοιραία σύντομη και αδρομερή, παρουσίαση της ποιήτριας με ένα ερωτικό ποίημά της – τίτλος: Εγώ κι εσύ.

Τα κορμιά μας / τυλιγμένα σ’ ένα σύμπλεγμα
όπως / τ’ αγρίμια που παλεύουν.
Οι ψυχές μας / παγιδευμένες / σπαράζουν.
Φωνή δεν ακούγεται / μόνο / κοφτές, βαριές ανάσες.

Ο έρωτας / έχει στήσει χορό
τυραννώντας / γλυκά τα κορμιά μας.
Μέσα στα μάτια μας / ανοίγονται / όνειρα, γέλιο και κλάμα.
Ακούγεται το τρίξιμο του κόσμου.
Είμαστε εγώ κι εσύ!

Η Τρίπολη, η Αρκαδία και η Λογοτεχνία έχουν πάρει, ήδη, πολλά από την ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Περιμένουν περισσότερα. Και μπορεί να τα δώσει – αδιαφορώντας για του μικρόκοσμού μας τα ασήμαντα…

Γιώργος Βλάσης
Φιλόλογος

Posted Μαΐου 6, 2013 by kopanakinews in ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΟΥ

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ Γ.Γ. ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΓΙΩΤΑ ΣΒΕΡΚΟΥΝΟΥ-ΤΣΑΟΥΣΗ.   Leave a comment

«Η Μαλλούσα» της ποίησης και της πεζογραφίας

Η Γεωργία Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου όπως παρουσιάστηκε από τη φιλόλογο – Γεν.Γραμματέα της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων, Γιώτα Σβερκούνου – Τσαούση, σε λογοτεχνικό απογευματινό, στις 6 Μαρτίου, στο χώρο της Ένωσης στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Καλαμάτας. Η εκδήλωση αυτή έγινε στο πλαίσιο παρουσίασης μελών της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων.
Η Γεωργία Ναούμ Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου (Μαλλούσα), γεννήθηκε στο Κοπανάκι Μεσσηνίας και διαμένει στην Τρίπολη Αρκαδίας. Άρχισε πανεπιστημιακές σπουδές (Τμήμα Φιλολογίας) αλλά τις διέκοψε και εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Απέκτησε οικογένεια, παιδιά και ασχολείται με τη λογοτεχνία, ενώ αγαπά ιδιαίτερα την ποίηση. Έλαβε μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και κέρδισε διακρίσεις: Παμπελοποννησιακός Διαγωνισμός Ποίηση Δήμου Λαγκαδίων Γορτυνίας 1996, Πρώτη Πνευματική Ολυμπιάδα Δήμου Καλλιθέας 1996, Πρώτος Πανελλήνιος Αρκαδικός Λογοτεχνικός Διαγωνισμός 2000, Πέμπτος Πανελλήνιος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός (ΑΛΒΕ-Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος) 2006.
Επίσης βραβεύτηκε για την προσφορά της στα ελληνικά γράμματα από την Παναρκαδική Ομοσπονδία Ελλάδος (ΠΟΕ) και από την Εταιρεία Αρκαδικών Γραμμάτων και Τεχνών (ΕΑΓ) το 2008.
Γράφει και δημοσιεύει σε πολλά περιοδικά λόγου και τέχνης. Παρουσιάζει έργα ομότεχνων σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις. Επιμελήθηκε και παρουσίασε στο Κρατικό Ραδιόφωνο Τρίπολης το έτος 1994 τη βιογραφία και τα έργα μεγάλων ποιητών μας «Ένα ποίημα, ένα τραγούδι».
Η ποιήτρια συγκαταλέγεται: στην Αρκαδική Ανθολογία της Ευγενίας Παπαντωνοπούλου (1995), στη Λογοτεχνία της Μεσσηνίας του Κώστα Σταμάτη (2000), στη Διαρκή Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (ΔΙΝΛ) (2005) και στην Αθνολογία Ποίησης – Διηγήματος (Δ’ τόμος) «Πολιτιστική Συνεργασία» (2007).

Η Γεωργία Αγγελοπούλου έχει ασχοληθεί με όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, δηλαδή την ποίηση, τον πεζό λόγο και το κριτικό δοκίμιο. Όμως πάνω απ’ όλα είναι κυρίως και κατά βάθος ποιήτρια. Το κυριότερο γνώρισμα της τέχνης της είναι, ότι όλα τα αργά της υπερχειλίζουν από ένα συναισθηματικό λυρισμό, από μια τρυφερή ευαισθησία και μια ερωτική πλησμονή. Στα Γράμματα εμφανίστηκε, εντελώς αθόρυβα και δειλά, με την πρώτη ποιητική της συλλογή «Αθόρυβες διαδρομές» (1992), δίνοντας αμέσως ενθαρρυντικά δείγματα της μετέπειτα πορείας της. Η συλλογή περιλάμβανε 46 συντομότατα, λιτά και σχεδόν επιγραμματικά λυρικά τραγούδια, γεμάτα αισθησιασμό και συναισθηματικές εκρήξεις. Και οι επόμενες συλλογές της κύριο θέμα έχουν του έρωτα με όλα τα συμπαρομαρτούντα του. Αυτές είναι: «Στο έβγα του ήλιου» (1994), «Λευκό βαμμένο κόκκινο» (1994), «Όλα φως και όλα φωτιά» (2002), οι οποίες κινούνται στο ίδιο «μήκος κύματος». Χωρίς να ξεφεύγει από τον παραπάνω κανόνα, αλλά εμπλουτισμένη με υπαρξιακές και μεταφυσικές αποχρώσεις, είναι και η εξηκοντάδα των ποιημάτων μιας ακόμα ποιητικής συλλογής της ποιήτριας, της συλλογής «Κι αν τη ζωή μας» (2005). Πρόκειται για την πυκνότερη και φιλοσοφικότερη ποιητική δημιουργία της [διερωτήσεις φιλοσοφικής υφής για το νόημα της ζωής, για την αξία της αγάπης, για τη σημασία των διαπροσωπικών σχέσεων κ.α.].
Σπουδαία είναι η συνεισφορά της και στο δοκιμιακό λόγο. Στον τομέα αυτό άκρως ενδιαφέροντα είναι δυο βιβλία της. Το ένα εκδόθηκε στην Τρίπολη του 2007 και έχει τον τίτλο «Σταθερές αναφορές». Στο βιβλίο αυτό περιέχονται 17 δοκίμια πάνω σε διάφορα αισθητικά, κοινωνικά και φιλοσοφικά προβλήματα του σύγχρονου κόσμου και όπως γράφει «αγαπώ τον άνθρωπο και θαυμάζω τη δημιουργία, πλάστης κι εγώ του αγνού και του ωραίου. Οι σταθερές αναφορές είναι αυτές που με γεννούν και με σκοτώνουν. Για να μη λιγοστέψει το γέλιο των μικρών παιδιών, να μη στραγγίξουν οι καρδιές των ανθρώπων.» Το βιβλίο «Τα Άγια τοις Αγίοις», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 2007, επίσης, από τις εκδόσεις Ζαχαράκη, είναι ένα βιβλίο που το χαρακτηρίζει ο πλούτος των ιδεών, η οξεία κρίση και η βαθειά κατανόηση προσώπων και καταστάσεων. Εδώ η συγγραφέας με ποιητικό τρόπο και από τη δική της «οπτική γωνία», φιλοτεχνεί τα πορτρέτα έξι κορυφών της νεοελληνικής ποίησης, του Παλαμά, του Καβάφη, της Μυρτιώτισσας, του Καρυωτάκη, του Σεφέρη και της Μεσσήνιας ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη.
Η Γεωργία Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου έχει ήδη καταθέσει τα αποδεικτικά στοιχεία μιας ποιητικής προσωπικότητας, όπου με λυρική παρρησία και προπαντός ισορροπία ανάμεσα στη φορτισμένη από βιώματα ευαισθησία και ποιητική της λέξη μπόρεσε να αναδείξει τον κόσμο της και να ομιλήσει τη γλώσσα της ποίησης με τον αναγνώστη και όπως γράφει «αγαπώ την ποίηση και αυτούς που έχουν ανεμόδαρτη ψυχή. Τις άγρυπνες νύχτες στήνω χορό μαζί τους … Η ευτυχία μου ένας κόμπος δάκρυ!». Εκτός από το ποιητικό της έργο, όμως η Γεωργία Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου, έχει δώσει αξιόλογα δείγματα και στον πεζό λόγο με αρκετά πεζογραφήματά της όπως: «Η ποίηση και ο ποιητής» (2002), «Ποιητικά μοιρολόγια» (2002), «Πατέρα μου» (2002), «Κάποιες φορές η γυναίκα επαναστατεί» (2002), «Η αγάπη» (2002), «Η Αγάπη της Μαλλούσας» (2002), «Στο φευγιό κ’στ’ όνειρο» (2002), «Τ’ ακριβά του κόσμου» (2002), «Σαν νικηθεί η αγάπη» (2002), «Άγιο πάθος» (2002).
Το Μυθηστόρημά της «Μαλλούσα» είναι ένα υπέροχο αφήγημα. Ένα έργο που ξεχειλίζει από ερωτικό συναίσθημα έντονο και γνήσιο, με όλον εκείνο το «γλυκόπικρο» όπως θάλεγε και η αρχαία μας Σαπφώ, χαρακτήρα. Εκδόθηκε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Ζαχαράκη (2007) και απλώνεται σε 319 ολόκληρες σελίδες!
Ένα βιβλίο γραμμένο από γυναίκα γι’ αυτό και οι εκφραστικοί του τρόποι θερμοί, άφοβοι, άφθονοι. Τα αισθήματά της πηγαία, ποτισμένα με μια γνήσια μελαγχολική διάθεση, που ως τόσο δεν είναι νοσηρή, και που διατηρούν μια βαθύτατη ευγένεια. Τα αισθήματα αυτά τα γνωστά, η ερωτική μελαγχολία, η νοσταλγία, η περιπάθεια, διατρέχουν απ’ άκρη σ’ άκρη το βιβλίο, το ενοποιούν, του δίνουν μιαν ολόκληρη προσωπικότητα, ένα χαρακτήρα και μια δική του ψυχική ατμόσφαιρα, γεμάτη παλμούς, συγκινήσεις και αισθηματική αγωνία.
Είναι διάσπαρτο από αυτοβιογραφικά στοιχεία της συγγραφέα. Είναι ολόκληρο ένας ύμνος στην αγάπη. Η βιογραφία μιας μεγάλης αγάπης ή ανατομία μιας ανεπανάληπτης διαπροσωπικής – ερωτικής σχέσης. «Αγάπη. Ιερή. Ευλογημένη. Μόσχος, λεβάντα και τριαντάφυλλο. Μέθη και γαλήνη. Τρέλα και φρονιμάδα. Μια λέξη δυνατή από τη γέννηση του ανθρώπου μέχρι το θάνατό του. Η μόνη αλήθεια που ανασαίνει ο κόσμος! Οι άνθρωποι θέλουν κίνητρα, αφετηρίες. Οι κοινωνίες άμιλλα. Ο κόσμος πρόοδο, δημιουργία, πολιτισμό. Μα όλα αυτά θέλουν συναισθηματική κάλυψη. Θέλουν αγάπη. Μόνο όσοι την ένιωσαν, έγιναν άνθρωποι, μεσ’ από έναν άλλον άνθρωπο».
Η βιοσοφία της Γ. Αγγελοπούλου δεν περικλείει την τραγική ουσία της ζωής σ’ ό,τι τραγικότερο έχει και καταντά ένα απλό «petit fatalisme», κατά την έκφραση του Νίτσε. Αυτή την τραγική ουσία της ζωής που βρίσκεται στην ασχήμια, στη φθορά σώματος και ψυχής, στην αντινομία σκέψης και πράξης, στην αντινομία σκέψης και αίσθησης, στο εφήμερο της ζωής, στο αίσθημα ότι δεν έχουμε μια στιγμή πραγματικής λευτεριάς, ότι δεν μπορούμε να βγούμε από τον εαυτό μας, ότι μες το εγώ μας, σ’ όλη μας τη ζωή, θα πνιγόμαστε σαν μέσα στους τέσσερις τοίχους της πιο ασφυκτικής φυλακής. Στη γνώση ότι μέτριοι, μικροί, καρφωμένοι στο ίδιο πάντα κομμάτι της γης, θα ζήσουμε αυτό το ανεκδιήγητο θαύμα που δεν το ζει κανείς δυο φορές, δίχως ανάταση και έξαρση, δίχως ούτε στιγμή να πιστέψουμε καν ότι μπορεί να υπάρξει για μας κάτι απροσδόκητο, ένα σκίρτημα της ψυχής που δεν το δοκιμάσαμε, μια μαγική ολοκαίνουργια όψη του κόσμου.
Η ευαισθησία της βαθαίνει και μετουσιώνει τα δεδομένα των αισθητηρίων και μεταβάλλει την απλή εντύπωση σε περιπέτεια του εγώ. Τα πράγματα ιδωμένα με μιαν όραση άμεση και νηφάλια, μένουν γυμνά, απομονωμένα και απαράβλητα στην ακρίβειά τους. Η διαφάνεια των περιγραφικών σημείων οφείλεται στο ξεκαθάρισμα των παραστάσεων από τα θαμπά και ροώδη εκείνα στοιχεία που επισωρεύει η συνείδηση, και στην ομαλή και ζυγισμένη διάταξή τους που ικανοποιεί και αναπαύει το λογικό. «Μέθυσε η λογική γράφει, μιλούσε το σώμα, καιγόταν η καρδιά. Παραδοθήκαμε στην οδύνη της ηδονής του άγνωρου έρωτα με πλήρη ανταπόκριση. Παραισθήσεις, πληρότητας, έκσταση. Γρήγορα εξαϋλωθήκαμε. Το εγώ έγινε εμείς και οι δυο γίναμε ένα. Αδιαίρετο όλο… Απόκοσμο! Ήμουν προσευχή κι ήσουν εικόνα!»
Είναι εραστής της ζωής. Η ζωή είναι γένους θηλυκού και όταν μια γυναίκα τολμά και ρίχνεται λαίμαργα και αχόρταγα στη ζωή, όπως ρίχνονται όλοι οι μεγάλοι ασυλλόγιστοι, όταν τη γεύεται και τη στραγγίζει όλη, τότε αποκτά νόημα και έχει βρει το «ολάκερο» «Σταθμό, δεν έχει η ζωή», αναφέρει «Αυτή είναι η αξία τη. Αυτή και η γοητεία της. Να ψάχνεις εκείνο το …ολάκερο». «Οι στιγμές που ζούσα έβλεπα να ‘ναι πιο μεγάλες από τη ζωή μου. Ζούσα το απόλυτο. Αυτό που ζουν κι αντέχουν μόνο οι παθιασμένοι άνθρωποι. Σκεφτόμουν …οι ευγενείς άνθρωποι! Έτσι εγώ τους θεωρώ. Έχουν μεγαλείο στην ψυχή. Μπορούν και δίνονται. Το απόλυτο δόσιμο είναι εξουθενωτικό και λυτρωτικό μαζί. Δεν έχει νοσηρότητα. Αντέχεις κι επιβιώνεις από την αρρώστια διότι εκφράζεται και τρέφεται η υγεία της ψυχής. Είναι εκρηκτικό κι επικίνδυνο, μα είναι εξαιρετικά γενναίο. Σε κρατεί ζωντανό στη μοναξιά σου και μένει άγιο. Δεν τελειώνει μέσα σου ποτέ. Ο απόηχος είναι η ασφαλέστερη απόδειξη ότι ζεις, αδύναμος, ίσως, αλλά υγιής. Μένεις Άνθρωπος. Δικαιώνεσαι στα γηρατειά».
Η Γ. Αγγελοπούλου φιλοσοφεί, υποδηλώνει με τη σκέψη της μια στάση απέναντι στη ζωή που είναι δράση. Η ζωή δεν διατηρείται παρά δρώσα, λειτουργούσα.
Η ανάγκη της δράσης, μιας δράσης υποδειγμένης από τη σκέψη, απελευθερωτικής του ανθρώπου είναι η μεγάλη ανάγκη του ανθρώπου. Στοχαστική με φιλοσοφική διάθεση. Αυτό πάντως που αξίζει να επισημανθεί είναι ότι ακόμα και στους στοχαστικούς διαλογισμούς της, η ποιήτρια δεν χάνει τη λυρική τρυφερότητα και τη συναισθηματική εγρήγορσή της. «Οι μόνες αληθινές επαναστάσεις είναι και θα είναι εκείνες οι οποίες ξεκίνησαν και φτερώθηκαν μεσ’ από την αγάπη. Αναίμακτες ή όχι, βέβαια μετράει, αλλά είναι κάτι πολύ δυνατό για τον άνθρωπο. Είναι μια στράτευση σ’ έναν αγώνα χωρίς νικητές και νικημένους. Μαχαίρι …κρατούν όλοι και οι αναμνήσεις είναι τα φονικά σημάδια ενός γλυκού μαρτυρίου. Είναι στοιχεία που επιβεβαιώνουν μια πραγματικότητα» και «ό,τι τιμιότερο, ό,τι αληθινότερο, ή όποια πλάνη ζούμε, τη χρωστάμε στον ονειρόκοσμο. Ύστερα κάνουμε τα πιο σταθερά βήματα, για την ολοκλήρωσή μας. Κανένας μα κανένας άνθρωπος δεν περιφρονεί τον ταπεινό εαυτό του, τις αδυναμίες του, αιτιατές ή αναίτιες. Κι αν κάποτε κααταφέρει να κρύβει το βαθύτερο εγώ του ψεύδεται. Δεν μπορεί να δαμάσει τις αταξίες του. Τις επιθυμεί κρυφά, βασανιστικά κι εύχεται να τολμήσει να τις χαρεί. Αυτές που κρύβουν, αυτές επιθυμούμε. Αυτές μας αγγίζουν, αυτές μας εξαγνίζουν».
Είναι λίγες τέτοιες υπέροχες προσμείξεις που πηγαίος και αγνός λυρισμός, λυρισμός του «εγώ» και του «εμείς» ανταμώνονται σε τέχνη.
Μετά τη Μαλλούσα εξέδωσε τελευταία μια πραγματεία με τον τίτλο «Έρωτας – Αγάπη – Ζωή» η οποία αποσπασματικά και επιλεκτικά είναι η ερωτική ανθολογία της και όπως γράφει: «Και στη ματιά η φωτιά/ και το τραγούδι τ’ αηδονιού/ στα χείλη.» Κυκλοφόρησε τελευταία ακόμα ένα θεατρικό της έργο με τίτλο «Σε ικετεύω Ύψιστε», σε δική της διασκευή από το θεατρικό «Το κριτήριο» του μεγάλου Μεσσήνιου συγγραφέα Πολύβιου Δημητρακόπουλου (Πο/Αρκάς)».
Η γλώσσα της Δημιουργού Δημοτική στρωτή και πολύ εκφραστική, ο λογος ξεδιπλώνεται με φυσικότητα, πηγαίος, αβίαστος αλλά και γνωμολογικός. Λόγος ζεστός που σαγηνεύει τον αναγνώστη. Ουσιαστικός, που ξέρει να μην υποκρίνεται και να μη συνθηκολογεί με την προχειρότητα. Οι στίχοι της αληθινοί, εκφράζονται με αξιοπρέπεια και με αίσθημα που πηγάζει από την ανάγκη της ψυχής. Τα ποιήματά της είναι τεχνικά ολοκληρωμένα. Ο λογισμός κατευθύνει τα αισθήματα και δίνει λελογισμένη ουσία στον ποιητικό λόγο. Παρατηρούμε προβληματισμό πολύ ανθρώπινο, με νύξεις ηθικής δεοντολογίας. Οι δε ανθρωπιστικές αξίες παρελαύνουν σε πολλά ποιήματα της. Γενικώς, ο στίχος της απλός, βαθυστόχαστος και οικουμενικός μέσα από την προσωπική έκφραση της ποιήτριας.
Η συγγραφέας Γεωργία Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου είναι άλλη μια ενδιαφέρουσα λογοτεχνική μορφή του τόπου μας, είναι η ποιήτρια από το Μεσσηνιακό Κοπανάκι, ένας άνθρωπος που υπηρετεί την τέχνη του λόγου, έχοντας ένα λόγο ευθύ, απλό και μεστό, φορτισμένο με την ορμή του πάθους. Είναι αυτή που μιλάει το ίδιο καυτά στην ποίηση, στο μυθιστόρημα και για τα πρόσωπα των δοκιμίων της, διαθέτοντας ένα δικό της προσωπικό ύφος, για να εκφέρει τις σκέψεις και τα συναισθήματα και που στοχεύει κατευθείαν στο συναίσθημα του αναγνώστη. Είναι η ποιήτρια που ξέρει ν’ αρμονίζει με λιτούς και απέριττους στίχους το ποιητικό με το ανθρώπινο.

Σημαντικό να είσαι Κάποιος. Μεγαλείο να αισθάνεσαι Κανείς! Ευχαριστώ τον ανιδιοτελή εραστή της πληροφόρησης κ. Δημήτρη Γιαννόπουλο, τον Πρέσβη κ.Χρήστο Κοντοβουνήσιο, τους Μεσσήνιους συγγραφείς οι οποίοι αγκάλιασαν και πίστεψαν σε μένα και τη φιλόλογο καθηγήτρια κ. Σβερκούνου η ποία προσέγγισε με γνωστική επάρκεια το έργο μου. 

Γεωργία Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου.

Posted Μαρτίου 20, 2013 by kopanakinews in ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΟΥ

«ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ». ΠΩΣ ΕΓΡΑΨΑ ΤΗΝ ΜΑΛΛΟΥΣΑ.   Leave a comment

«Η μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του», έλεγε ο Ηράκλειτος.

Οι σημερινές σχέσεις δυστυχώς είναι χειριστικές. Βασίζονται κυρίως, στο πόσο μας βολεύει ο ένας και πόσο χρήσιμος μπορεί να μας φανεί ο άλλος. Αξιοπρόσεκτοι κι αξιοθαύμαστοι, είναι οι άνθρωποι οι οποίοι στα διαχρονικά προβλήματα της καθημερινότητας, επιζητούν μια απάντηση από κάθε εποχή. Εξαιρετικά γενναίοι, αντιμέτωποι με τα δεδομένα και τ’ απρόβλεπτα, μ’ «εκείνους τους εχθρούς»…

Η αυτογνωσία είναι το παν. Αδιάψευστη μαρτυρία είναι η θυμοσοφία η οποία με θαυμαστή λειτουργία, καταλαγιάζει τη βιωματική εμπειρία. Να γέρνεις στη συναισθηματική σου πλευρά με το θυμικό αλλά και τη λογική, σαφέστατα!!! Να μην «ιεροποιούνται» οι αδυναμίες, αλλά να θεωρούνται απόδειξη «ωριμότητας» μέσ’ από τη δύναμη της βούλησης.

Στη ζωή μας υπάρχει ο έρωτας, η αγάπη, η οικογένεια και οι ισορροπίες είναι η ουσιαστική αξία μας.

Στην ιστορία της «Μαλλούσας»…

Ο Παύλος είναι ένας επιστήμονας κύρους, καριέρας. Είναι όμως μια αρσενική φύση. Άλλοτε δειλός, βολεμένος, άλλοτε επαναστάτης με δυνατά αισθήματα, δεν περιφρονεί τον «ταπεινό» εαυτόν του, τις αδυναμίες του. «Έλα να περπατήσουμε σ’ άλλα μονοπάτια. Η ζωή θέλει υποκατάστατα», λέει στην ηρωίδα.

«Όχι, όχι, αδιέξοδα είναι», ταλαντεύεται εκείνη.

Η Θωμαΐς, μια «Ακριβή» γυναίκα με δυνατή ψυχή, τον ακολουθεί. Διψασμένη για έρωτα, αγάπη, ζωή, τολμάει! Είχε επίγνωση πως δεν θα χόρταινε. Η αλήθεια της όμως ήταν ότι ευτύχησε να γνωρίσει τον εαυτόν της. Ένιωσε την πληρότητα. Μέσ’ από τις δικές της επαναστάσεις, άντλησε δύναμη από τις προτεραιότητες που έβλεπε ότι ήταν η ουσία στα δεδομένα της. Κρατάει «ταυτότητα», «τ’ όνειρό της» και προχωρεί στη ζωή σε καλά κρυμμένες βεβαιότητες, τις οποίες αποδέχεται, εν τέλει, η ψυχή της χωρίς «υποκατάστατα».

Στην περιπέτεια αυτή, οι ήρωες διεκδικούν με «θράσος» τα «θέλω» τους. Μέσ’ από τις εσωτερικές μονομαχίες τους κάνουν την υπέρβαση, αλλά βλέποντας «τ’ αδιέξοδα» διαπιστώνουν ότι η βεβαιότητα της ευτυχίας, είναι περισσότερο ουτοπία. Ωστόσο, το πάθος, η διαφορετικότητα και η εν γένει συναισθηματική φόρτιση, τους βρίσκουν να παραληρούν. Παραζαλισμένοι, αμετάλλαχτοι, έχουν συμπλεχτεί σε μια κινούμενη, εκστατική ενότητα. Σ’ αυτήν τη διαδρομή, η ύπαρξή τους εξαϋλώνεται. Συλλειτουργούν κορμί, ψυχή και πνεύμα. Υπέρμετρα μεγέθη. Αλλά οι αντοχές κάμπτονται και τα «σχήματα» της ζωής τους επιβάλλουν τα «πρέπει». Έκτοτε, όλα ανατρέπονται και αλλάζουν πορεία. Κρατούν βαθιά μέσα τους τη χαρά και το στεναγμό του έρωτα, της αγάπης… και ατελείς, τέλειοι, έντιμοι και ανέντιμοι περιφρουρούν την αξιοπρέπειά τους.

Η «Μαλλούσα» είναι ένα βιβλίο τολμηρών τόνων. Κοινωνικό με πολλά, πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Φιλοσοφικό, ψυχολογικό, ερωτικό. Χωρίς να δίνει πρότυπα, οι ήρωες είναι αληθινοί και καθημερινοί, όσο είναι ο καθένας μας. Εστιάζεται κι επισημαίνει μια κατεστημένη ηθική. «Ελεεινή και Θεία!» Ανατρέπει τον μέσα κόσμο μας, όχι με νοσηρότητα αλλά με υγιή ψυχισμό και νου. Στοχεύει τον Άνθρωπο… Είναι ρομαντικό, τρυφερό, τολμηρά αισθησιακό, χωρίς να είναι χυδαίο. Είναι ένα αισθηματικό κι αισθαντικό πόνημα.

Η συγγραφική τέχνη του είναι απλή, κατανοητή. Αφηγηματική γραφή σε πρώτο πρόσωπο. Ταυτίζεται με τον αναγνώστη κι έχει προσωπική επικοινωνία μαζί του ο συγγραφέας. Αφηγείται με αναχρονίες τη σειρά των γεγονότων χωρίς φλυαρίες και αγγίζει την ψυχή του, διότι τα πράγματα μιλούν με τ’ όνομά τους. Όταν τα αισθήματα εκφράζονται με πάθος, αυτό είναι το «Μέγιστο» για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Αυτή η δημιουργία είναι μια βαθύτατη χαρά, όντως, μια προσωπική «αλήθεια».

Ο άνθρωπος είναι πραγματικά «Μεγάλος» όταν παραδέχεται τις «ανανδρίες» του, στέκεται με τιμιότητα, θάρρος, παρρησία και σεβασμό απέναντι στις επιλογές του. Μόνο μέσ’ από αυτή την παραδοχή, μπορεί να προσεγγίσει το ανώτερο και το ουσιαστικό της ύπαρξής του.

Το γενέσιον…

Η καταγραφή αρχίζει πάντα από προσωπικά και βιωματικά γεγονότα. Πρωταρχικό ερέθισμα για να γράψεις! Η μυθοπλασία, αρχίζει εξελικτικά και αρμονίζεις το θέμα σου. Υπερασπίζεσαι τα μηνύματα που θέλεις να περάσεις κι επικεντρώνεσαι στην πραγματική αλήθεια. Την αυτογνωσία. Την τελείωση.

Μέσ’ από τις συμπεριφορές των ηρώων, τολμούμε αθέλητα οι συγγραφείς, κυριολεκτικά σαν σε μια δίνη ενστίκτων, συναισθημάτων λευτεριάς κι αιχμαλωσίας, να δείξουμε και ίσως καταδείξουμε την αθέατη πλευρά μας, την προσωπική «αλήθεια» μας. Έχουμε μια κόλαση εντός μας… Προσπαθούμε να ξεφύγουμε τρεκλίζοντας… Είναι η γνώση, η δύναμη και τ’ όπλο… Κόσμος της διάνοιας και της παράνοιας… Πυρακτωμένα σώματα με υπαρξιακή οδύνη! Ενίοτε, οι περισσότεροι απαξιώνουμε τα αισθήματά μας, όσο κι αν τα διαχειριζόμαστε με δύναμη και λογική. Κρυβόμαστε από τους «επικριτές», τους «δήθεν». Χανόμαστε στη μοναξιά. «Πνιγόμαστε» σ’ ανεξέλεγκτες πορείες, κατ’ άλλους «γελοίες αισθηματικότητες», κατ’ άλλους «υγιείς εκτροπές».

Αλλά τι πιο δίκαιο, τι πιο γενναίο να ζεις τη ζωή με μια αδιάκοπη εξερεύνηση! Ασφαλώς αυτή η στάση, υπαγορεύεται από αντικειμενικές συνθήκες, όμως αναμφίβολα, δεν της στερεί την αξία της. Η στιγμή χαρίζεται στην αιωνιότητα.

Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου

«Μαλλούσα»

Posted Νοέμβριος 14, 2011 by kopanakinews in ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΟΥ

EΓΡΑΨΕ Ο ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ “ΑΡΜΟΝΙΑ» ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ : ΓΕΩΡΓΙΑ Ν. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ.   Leave a comment

ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ

Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου

του Ηλία Γιαννικόπουλου[1]

 

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες «φωνές» στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι η Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου, που έχει γεννηθεί στο μεσσηνιακό Κοπανάκι, αλλά διαμένει μόνιμα εδώ και πολλά χρόνια στην ωραία αρκαδική πρωτεύουσα, την Τρίπολη. Η έμφυτη σεμνότητά της δεν της επέτρεψε να γίνει ευρύτερα γνωστή στο αναγνωστικό κοινό, αλλά όσοι ασχολούνται συστηματικά με τα λογοτεχνικά πράγματα του τόπου μας δεν παρέλειψαν να την προσέξουν και να την κατατάξουν στη θέση που της αξίζει, δηλ. στη θέση μιας ανερχόμενης λογοτέχνιδας, που μέχρι σήμερα έχει κάνει μια εξαιρετική πορεία και υπόσχεται να δώσει πολύ περισσότερα στο μέλλον.

Η Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου έχει ασχοληθεί με όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, δηλ. την ποίηση, τον πεζό λόγο και το κριτικό δοκίμιο. Όμως πάνω από όλα είναι κυρίως και κατά βάθος π ο ι ή τ ρ ι α. Το κυριότερο γνώρισμα της τέχνης της είναι ότι όλα τα έργα της υπερχειλίζουν από έναν συναισθηματικό λ υ ρ ι σ μ ό, από μια τρυφερή ευαισθησία και μια ερωτική πλησμονή, χωρίς ίχνος εγκεφαλικότητας ή διανοητικής επιτήδευσης.

Στα Γράμματα εμφανίστηκε, εντελώς αθόρυβα και δειλά, με την πρώτη ποιητική συλλογή της «Αθόρυβες διαδρομές» (1992), δίνοντας αμέσως ενθαρρυντικά δείγματα της μετέπειτα πορείας της. Η συλλογή περιλάμβανε 46 συντομότατα, λιτά και σχεδόν επιγραμματικά λυρικά τραγούδια, γεμάτα αισθησιακό ερωτισμό και συναισθηματικές εκρήξεις. Κυρίαρχο μοτίβο των ποιημάτων της ήταν το μοσχομυριστό λουλούδι του έρωτα, η γλυκιά προσμονή του αγαπημένου, η γεύση της ερωτικής κορύφωσης, αλλά και τα αδιέξοδα του χωρισμού, ο νοσταλγικός πόνος, η μοναξιά και η γλυκιά τυραννία των αναμνήσεων. Λάγνες ορμές, φλογερά φιλιά, ηδονικές εξάρσεις, ακολουθούμενες από δάκρυα, τύψεις, ενοχές και απογοήτευση όλη η πολυδαίδαλη πορεία του έρωτα, από την ένταση και το πάθος στη σιωπή των ερειπίων, από την τρικυμία της καρδιάς στον ψυχικό μαρασμό, από την έκσταση στον φόβο, αποτελούν τα κύρια συστατικά της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής. Με τις λιτές και εκφραστικές «αθόρυβες διαδρομές» της, η ποιήτρια χάραξε τα ίχνη της μετέπειτα πορείας της, έβαλε τα θεμέλια του μελλοντικού ποιητικού της οικοδομήματος, προκαθόρισε κατά κάποιο τρόπο τα κύρια και ενεργά στοιχεία γύρω από τα οποία θα περιστρέφονταν και οι μελλοντικές ποιητικές αναζητήσεις της.

Πράγματι, και στις επόμενες ποιητικές συλλογές της, η ποιήτρια θα ξαναγυρνά πάλι και πάλι, έμμονα θα έλεγε κανείς, στα κύρια θέματά της: τον έρωτα με όλα τα συμπαρομαρτούντα του. Δηλαδή, τη γλυκιά προσμονή, το μεθύσι του πάθους, την ηδονική πανδαισία των κορμιών, το ρίγος της ψυχής, αλλά και τη θανατερή μελαγχολία, το παράπονο, τον αναστεναγμό, τα δάκρυα. Οι ποιητικές συλλογές της «Στο έβγα του ήλιου» (1994), «Λευκό βαμμένο κόκκινο» (1994), «Όλα φως κι όλα φωτιά» (2002), κινούνται αναμφισβήτητα σε αυτό το προκαθορισμένο «μήκος κύματος».

Έτσι, τα 250 περίπου ποιήματα των πρώτων τεσσάρων ποιητικών συλλογών της, με την επαναλαμβανόμενη θεματολογία τους, με την ίδια συναισθηματική ένταση, με την ίδια αισθαντικότητα και με την ίδια ευαισθησία, μπορούν κάλλιστα να ιδωθούν ως ένα έργο «εν προόδω», αναπτυσόμμενο με συνεχόμενους και διαρκώς διευρυνόμενους ομόκεντρους κύκλους, ως μια αυτοτελής ενότητα πυρετικού αισθησιασμού, με κεντρικό σημείο αναφοράς τον Έρωτα.

Χωρίς να ξεφεύγει από τον παραπάνω κανόνα, αλλά εμπλουτισμένη με υπαρξιακές και μεταφυσικές αποχρώσεις, είναι και η εξηκοντάδα των ποιημάτων μιας ακόμα ποιητικής συλλογής της ποιήτριας, της συλλογής «Κι αν τη ζωή μας» (2005). Βέβαια, προτυπώσεις των εν λόγω αναζητήσεων θα μπορούσε να βρει κανείς και στην προηγουμένως αναφερθείσα συλλογή «Λευκό βαμμένο κόκκινο».

Εδώ, όμως, εμφανέστερα, ο πόνος της απουσίας και η κατάρρευση των ονείρων οδηγεί την ποιήτρια σε πιο επεξεργασμένες διερωτήσεις φιλοσοφικής υφής, για το νόημα της ζωής, για την αξία της αγάπης, για τη σημασία των διαπροσωπικών σχέσεων, κλπ. Τώρα η ποιήτρια στοχάζεται ωριμότερα πάνω στα καθέκαστα της συναισθηματικής ζωής, στη σχέση ελευθερίας και μοναξιάς, στο νόημα του χρόνου, στην εξέλιξη του κόσμου, στο φάσμα της σκιάς και θανάτου, κλπ.

Η συλλογή «Κι αν τη ζωή μας» είναι το βιοθεωριακό «μανιφέστο» της ποιήτριας, η πυκνότερη και φιλοσοφικότερη ποιητική δημιουργία της. Από τον γήινο και σαρκικό έρωτα και ακολουθώντας τους Πλατωνικούς ερωτικούς «αναβαθμούς» του «Συμποσίου», η ποιήτρια ανεβαίνει όλο και σε ψηλότερα επίπεδα ποιητικής αναζήτησης, ώστε να αγγίξει τα κράσπεδα της Αλήθειας και του Θείου. Αυτό πάντως που αξίζει να επισημανθεί είναι ότι ακόμα και στους στοχαστικούς διαλογισμούς της, η ποιήτρια δεν χάνει τη λυρική τρυφερότητα και τη συναισθηματική εγρήγορσή της.

Είναι προφανές ότι πολλές φορές η έκφρασή της καταλήγει σε ένα είδος διδακτισμού, άλλοτε ρητού και άμεσου, άλλοτε έμμεσου και αφανούς. Θα μπορούσε όμως να ειπεί κανείς ότι ίσως οι συμβουλές της με τη μορφή «κατηγορικής προστακτικής» δεν έχουν παραινετικό χαρακτήρα, αλλά είναι συμπερασματικές διαπιστώσεις αποκτηθείσας προσωπικής πείρας. Ίσως ακόμα να μην απευθύνονται καν σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, αλλά να είναι έμμεσες υποβολές «εις εαυτήν». Είναι χαρακτηριστικό πάντως ότι ακόμα και οι διδακτικές αποκλίσεις της ποιήτριας δεν χάνουν το λυρικό χαρακτήρα τους.

Σημειώνουμε επίσης ότι από απόψεως μορφικής, όλα τα ποιήματά της αποτελούνται από λίγους και ολιγοσύλλαβους ελεύθερους στίχους. Ακόμα και όταν είναι προφανής η παραδοσιακή δομή ενός στίχου, οι λέξεις κατακερματίζονται, ώστε να απολεσθεί και η παραμικρή υπόνοια μέτρου και μελωδίας. Όμως κάπου – κάπου και το μέτρο και η ρίμα κάνουν εμφανή την παρουσία τους. Οι λέξεις της είναι κρουστές και διαλεγμένες, η έκφραση είναι πυκνή, αφαιρετική, επιγραμματική και σε πολλά σημεία αγγίζει τη μορφή του γνωμικού λόγου.

Η Γεωργία Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου έχει δώσει ενδιαφέροντα δείγματα και στον χώρο του πεζού λόγου. Το «μυθιστόρημά» της «Μαλλούσα», που εκδόθηκε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Κ. Μ. Ζαχαράκη (2007), απλώνεται σε 319 ολόκληρες σελίδες! Αν το καλοεξετάσει κανείς,  φθάνει στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται περί συνηθισμένου μυθιστορήματος. Του λείπει η δράση, η πλοκή, ο μύθος, η διαμόρφωση πολλών, διαφορετικών και αλληλοσυγκρουόμενων χαρακτήρων, οι κοινωνικές προεκτάσεις και συνθήκες που διαμορφώνουν και κινητοποιούν τη δράση των ηρώων, και πολλά άλλα.

Το βιβλίο «Μαλλούσα» έχει την έκταση του μυθιστορήματος, αλλά όχι τα γνωρίσματά του. Τότε, τι είναι; Κατά τη γνώμη μου, είναι μια ποιητική ερωτική «μπαλάντα» σε πεζό λόγο. Είναι η βιογραφία μιας μεγάλης αγάπης, η ανατομία μιας ανεπανάληπτης διαπροσωπικής – ερωτικής σχέσης. Οι κύριοι πρωταγωνιστές του έργου είναι μόνο δύο, και αυτοί είναι οι μοναδικοί «ήρωες»: ένα ερωτευμένο ζευγάρι, που πέρα από κοινωνικές και ηθικές συμβατικότητες, ζει τον μεγάλο Έρωτα της ζωής του! Η συγγραφέας με μοναδική μαεστρία καταγράφει με όλες τις δυνατές λεπτομέρειες τη γέννηση, την ακμή και το άδοξο τέλος του.

Ξανά και ξανά, με το ίδιο υλικό και στον ίδιο καμβά, ως άλλη Πρόκνη, η αφηγήτρια κεντά με την υπέροχη «φιλοβελονιά» της γραφίδας της μιαν ωραία μισο-πραγματική και μισο-φανταστική ερωτική ιστορία. Η δομή του έργου είναι συνεχής, παρά τη διαίρεσή του σε επιμέρους κεφάλαια, και η εξέλιξη της υποτυπώδους «υπόθεσης» γραμμική. Ξεκινά από την αρχή και βαδίζει σταθερά και νομοτελειακά στο τέλος, χωρίς παλινδρομήσεις και αναδρομές.

Η συγγραφέας έχει χρησιμοποιήσει την τεχνική του εξομολογητικού μονολόγου του ενός μέρους του «ζεύγους» προς το έτερο. Έτσι, όλα περνούν από το φίλτρο της γυναικείας ευαισθησίας και αντανακλούν τις δικές της υπαρξιακές και συναισθηματικές διαπορήσεις. Ακόμα και τα αισθήματα του αγαπημένου διαμεσολαβούνται μέσα από τις παραστάσεις και τις προσλήψεις της αφηγήτριας. Έχουμε με άλλα λόγια την «εκδοχή» της μιας πλευράς, αγνοούμε αυτήν της άλλης.

Είναι εντυπωσιακό πως η συγγραφέας με τόσο λίγο ουσιαστικό «μυθικό» υλικό μπορεί να συνεχίζει επί μακρόν την «ιστορία» της, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη! Αυτό οφείλεται ασφαλώς στο ότι με χειρουργική ακρίβεια ανατέμνει μια διαπροσωπική (ερωτική) σχέση, την παρακολουθεί με διεισδυτικότητα, και με ψυχολογική δύναμη αναλύει την πορεία της. Η συγγραφέας καταδύεται στις ψυχές των ερωτευμένων και αναδύεται βγάζοντας στην επιφάνεια ένα πλήθος ανθρωπίνων παθών. Αισθήματα, συναισθήματα, συμπλέγματα, ενοχές, φοβίες, όλα εκτίθενται και αποκαλύπτονται. Από μιαν άλλη άποψη, θα μπορούσε να ειπεί κανείς ότι η αφηγήτρια έχει ξαπλώσει στο ψυχαναλυτικό κρεβάτι, όπου σιωπηλός ψυχαναλυτής είναι ο αγαπημένος της ή μάλλον ο ίδιος ο εαυτός της.

Η «Μαλλούσα» είναι μια ατέλειωτη πανδαισία τολμηρού ερωτικού αισθησιασμού. Η ηδονή και η οδύνη αλληλοδιαπλέκονται και αλληλοπροκαλούνται. Οι ερωτικές σκηνές του βιβλίου είναι από τις καλύτερες που έχει δώσει η λογοτεχνία μας. Σαρκική, πολύχυμη, πληθωρική, η πρωταγωνίστρια ζει το όνειρο ενός επίγειου παραδείσου! Όταν το όνειρο σβήσει, της αρκεί η ψυχική της «τελείωση» και η γλυκιά ανάμνηση του θεσπέσιου παρελθόντος που έζησε.

Συνάμα η συγγραφέας αναδεικνύει πολλές άλλες διαστάσεις της ερωτικής σχέσης, ηθικού και κοινωνικού χαρακτήρα. Διλήμματα, συγκρούσεις, ανταρσίες και υποχωρήσεις, εξάρσεις και καταπτώσεις, δοκιμάζουν τις αντοχές των δύο πρωταγωνιστών. Επίσης, προβάλλει έκτυπα τα σημάδια της πάλης μεταξύ των δύο φύλων, μιας πάλης όπου συνήθως γίνονται δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ νίκης και ήττας. Η αφηγήτρια είναι αξεπέραστη στην ανάλυση και διαχείριση ψυχολογικών καταστάσεων. Επίσης αρέσκεται στην προβολή της σύγκρουσης μεταξύ ανθρώπινων επιθυμιών και επιταγών της κοινωνίας, που στην περίπτωση της σχέσης αρσενικού και θηλυκού, και μάλιστα υπό τις ιδιάζουσες συνθήκες της «παρανομίας», εκδηλώνονται με ιδιαίτερη σφοδρότητα.

Η «Μαλλούσα» είναι ένα γοητευτικό αφήγημα, ένας ύμνος στον αιώνιο έρωτα. Μια «κατάθεση ψυχής» εκ βαθέων. Η γήινη ομορφιά, η ψυχική γενναιότητα και η λάμψη των ηρώων της καταξιώνουν τον Έρωτα, αυτό το μυστηριακό είδος μανικής μέθης, που οδηγεί στην αυτοθυσία του ενός μέσω της λατρείας του «άλλου». Ο πανσεξουαλισμός αυτού του βιβλίου της Γεωργίας Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου είναι απροκάλυπτα εντονότερος από αυτόν των ερωτικών ποιημάτων της. Πάντως, ακόμα και στο ιδιότυπο αυτό έργο ο τόνος είναι κατά βάθος λυρικός.

Σπουδαία είναι η συνεισφορά της και στον δοκιμιακό λόγο. Στον τομέα αυτό άκρως ενδιαφέροντα είναι δύο βιβλία της. Το ένα εκδόθηκε στην Τρίπολη το 2007 και έχει τον τίτλο «Σταθερές αναφορές». Στο βιβλίο αυτό περιέχονται 17 δοκίμια πάνω σε διάφορα αισθητικά, κοινωνικά και φιλοσοφικά προβλήματα του σύγχρονου κόσμου. Πάλι με τρόπο λυρικό, αλλά τώρα αυστηρότερα στοχαστικό, η συγγραφέας ασχολείται με το θέμα της καλλιτεχνικής – ποιητικής δημιουργίας, της ανθρώπινης ελευθερίας, της ηθικής πορείας του ανθρώπου, και πολλά άλλα. Και βέβαια δεν λείπουν ανανεωμένες απόψεις της για τον έρωτα, την αγάπη, τη γυναίκα και τη σχέση της στη ζωή.

Παρόλο ότι η ζωή φέρθηκε σκληρά στη συγγραφέα, που έζησε χωρίς πατέρα από τη νηπιακή ηλικία της (ο πατέρας της Ναούμ έπεσε θύμα του αδελφοκτόνου αλληλοσκοτωμού από τους «άτακτους» της άλλης πλευράς), αυτή έχει μετατρέψει τον ανθρώπινο πόνο της σε αγάπη και δημιουργική δύναμη. Τα δοκίμιά της, όπως και τα ποιήματά της, είναι πηγή αισιοδοξίας και χαράς, ψυχικής γαλήνης και κοινωνικής ειρήνης. Όλα τα κείμενά της αποπνέουν μια γενναιόδωρη συναισθηματικότητα και μια βαθύτερη και ειλικρινή ανθρωπιά.

Το βιβλίο «Τα Άγια τοις Αγίοις», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 2007 από τις εκδόσεις Κ. Μ. Ζαχαράκη, είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο, που το χαρακτηρίζει ο πλούτος των ιδεών, η οξεία κρίση και η βαθιά κατανόηση προσώπων και καταστάσεων. Εδώ η συγγραφέας με ποιητικό τρόπο και από τη δική της «οπτική γωνία», φιλοτεχνεί τα πορτρέτα έξι κορυφών της νεοελληνικής ποίησης, του Παλαμά, του Καβάφη, της Μυρτιώτισσας, του Καρυωτάκη, του Σεφέρη και της Μεσσήνιας ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη. Με γνώση και αγάπη, παρουσιάζει τα πρόσωπα και αποτιμά την ποιητική προσφορά τους. Μέσα σε λίγες σελίδες καταφέρνει να δώσει το ποιητικό «στίγμα» κάθε ποιητή. Με λυρική τρυφερότητα, λογοτεχνική χάρη και κριτική οξύτητα, και με την δέουσα αναλογία βιογραφικών και κριτικών στοιχείων, η συγγραφέας ζωντανεύει τους ποιητές και την εποχή τους, τα όνειρα και τις ανησυχίες τους, τα πάθη και τις αδυναμίες τους, τις εμπνεύσεις και τις κατακτήσεις τους.

Είναι ένα έργο γραμμένο με πρωτοτυπία, με πυκνότητα στην έκφραση, με πλούτο συναισθημάτων. Είναι γραμμένο σε μια χυμώδη δημοτική, χωρίς «φιλολογισμούς» και άχρηστες γραμματολογικές τεκμηριώσεις. Από το δικό της «ξαγνάντεμα» καταφέρνει να μας δώσει μερικά από τα περιεκτικότερα, συνοπτικότερα και αληθινότερα πορτρέτα των ποιητών αυτών. Και στο κριτικό αυτό έργο της συγγραφέως είναι αναμφισβήτητη η παρουσία της ποιητικής και ερωτικής ιδιοσυστασίας της.

Στην παρούσα εργασία προσπαθήσαμε κι εμείς να δώσουμε το δικό μας «αγνάντεμα» για το έργο της Γεωργίας Ν. Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου. Δεν αναφερθήκαμε σε όλα τα έργα της και στην υπόλοιπη πνευματική της δραστηριότητα (αρθρογραφία, διαλέξεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, εκπομπές, κλπ). Θέλαμε μόνο να την παρουσιάσουμε στο ευρύτερο μεσσηνιακό κοινό, με την ελπίδα πως θα θελήσει να γνωρίσει καλύτερα και βαθύτερα την εκλεκτή συμπτριώτισσά του.


[1] Ο κ. Ηλ. Γιαννικόπουλος είναι διδάκτωρ Πανεπιστημίου Εδιμβούργου.

View this document on Scribd

Posted Νοέμβριος 4, 2011 by kopanakinews in ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΟΥ

EΓΡΑΨΕ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΜΙΧ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΝΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ»: ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΕ ΠΟΙΗΣΗ – ΣΕ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ – ΣΕ ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΕΩΡΓΙΑ Ν. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ.   Leave a comment

ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΕ ΠΟΙΗΣΗ –

ΣΕ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ – ΣΕ ΔΟΚΙΜΙΟ

ΓΕΩΡΓΙΑ Ν. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ:

1) «Όλα φως κι όλα φωτιά», ποιήματα, εκδόσεις ΦΥΛΛΑ,

2) «Μαλλούσα», μυθιστόρημα, εκδόσεις Κ. Μ. ΖΑΧΑΡΑΚΗ και

3) «Τα Άγια τοις Αγίοις», δοκίμια, εκδόσεις Κ. Μ. ΖΑΧΑΡΑΚΗ

 

Τρία βιβλία, τρεις διαφορετικοί κόσμοι, τρία διαφορετικά είδη του λόγου. Όταν τα διαβάσεις, ξαφνιάζεσαι. Δεν καταλαβαίνεις αμέσως, αλλά τελικά εστιάζεις την προσοχή σου: και στα τρία πνέει ένας αέρας νεανικής ορμής και δίψας για ζωή. Και η κατάθεση είναι το ίδιο ορμητική και πυρακτωμένη. Η ποιήτρια, η μυθιστοριογράφος και η δοκιμιογράφος ξεχωρίζουν και οι τρεις για ένα κύριο γνώρισμά τους: τη δύναμη εκμυστήρευσης και εξομολόγησης, όχι με φόβο, αλλά με πάθος και τόλμη. Τα γνωρίσματα αυτά, όταν ανοίξουν πέρα για πέρα οι κρουνοί του λόγου, γίνονται έκφραση, έκφανση και μέθεξη σε έναν κόσμο ανθρώπινο, αληθινό και ιδιαίτερα καθημερινό, τόσο κοντινό και γνώριμο, που τον θεωρούμε δεδομένο και τον προσπερνάμε. Αν τύχει να σταθούμε με πάθος και τόλμη να συνυπάρξουμε με την ψυχή μας στην αγκαλιά του, τότε έχουμε συλλάβει τη μοναδική ανθρώπινη στιγμή.

Στο μαγικό κουκούλι του πάθους και της τόλμης κυριαρχεί ο πύρινος κόσμος του έρωτα, η βαθιά επικοινωνία του είναι με το είναι, σε μια εωσφορική περιδίνηση συναισθημάτων, μεταρσιώσεων και φτερουγισμάτων, που είναι πάντοτε μοναδικά και πρωτόγνωρα, όταν έχει σημάνει η μεγάλη στιγμή της καρδιάς. Είναι η στιγμή που η καρδιά πυρακτώνεται στο αμόνι, ο σιδεράς – έρωτας τη χτυπάει με τους εξουθενωτικούς του ρυθμούς, αλλά εκείνη, αντί να πονέσει, κελαηδάει τον ανείπωτο υμέναιο της χαράς της ζωής. Ένας γρήγορος καλπασμός αισθήσεων και συνειρμών αγκαλιάζει το όραμα και του δίνει φτερά, το ανεβάζει ψηλά, τόσο, όμως, που να φαίνεται καθαρά, η μεταμορφωμένη σε ερωτικό Παράδεισο γη μας. Αυτός ο ιδιαίτερος αυθορμητισμός έκφρασης και η ερωτική ένταση γειτνιάζει με την πανσεξουαλική αύρα του Μ. Καραγάτση, μόνο, που εδώ, έχουμε μια προσωπική εκδοχή και μάλιστα γυναίκας, η οποία διαφοροποιεί την ουσία του λόγου.

Η Γεωργία Αγγελοπούλου – Παπαβασιλείου, με λόγο ευθύ, απλό και μεστό, φορτισμένο με την ορμή του πάθους, μιλάει το ίδιο καυτά στην ποίηση, στο μυθιστόρημα και για τα πρόσωπα των δοκιμίων της. Διαθέτει ένα δικό της προσωπικό ύφος, για να εκφέρει τις σκέψεις και τα συναισθήματα, ο οποίος στοχεύει κατευθείαν στο συναίσθημα του αναγνώστη. Εκμυστηρεύεται αλήθειες και οι αλήθειες, συχνά ξαφνιάζουν με τη δύναμη και το κύρος τους. Στέκεσαι, για μια στιγμή, ενεός και μετά προχωράς. Σου αρέσει η τόλμη και το πάθος, σε μαγνητίζει ότι η συγγραφέας ανοίγει διάπλατα την καρδιά της και τα συναισθήματά της. Διαπορείς για τη δύναμη που διαθέτει, για να ξεσκεπάζει τον εαυτό της και τον εαυτό σου και τους εαυτούς μας. Να μας φέρνει στο προσκήνιο της κοινής θέας όλους, γιατί όλοι έχουμε μέσα μας τούτα τα πάθη, αλλά πόσοι τολμάμε να τα φανερώσουμε;

Στην ποιητική συλλογή «Όλα φως κι όλα φωτιά» διαβάζουμε σύντομα, αλλά μεστά και γεμάτα ερωτικά ξεσπάσματα ποιήματα, στα οποία η ποιήτρια, σε πρώτο πρόσωπο αφήνει την καρδιά της να ψάλλει με χίλιες φωνές τον έρωτα, την αγάπη. Ένα μικρό, σαν επίγραμμα, ποίημά της, δίνει τον τίτλο στη συλλογή: «Στιγμές μικρές / παμμέγιστες! / Η αγάπη σου / λιακάδα των ματιών μου. / Όλα φως / κι όλα φωτιά!» (σελ. 8). Πιο κάτω, στο «Τελετουργικό», η ποιήτρια καταφέρνει να κρατήσει ακίνητη τη γεύση της αγάπης: «Κι ήταν η αγάπη / μια βαθιά,  βαθιά ανάσα. / Την κράτησα μέσα μου / μέχρι που άντεξα. / Ε… κι ύστερα / ξεψύχησα!» (σελ. 42). Όμως από την ποίηση αυτή δε λείπει ο στοχασμός, η διαπόρηση, η αναζήτηση, το παράπονο, η διάψευση και η προσδοκία. Όλα αυτά μέσα από την οπτική του έρωτα – αγάπης, σαν σταθερού κέντρου του Σύμπαντος Κόσμου. Και ένα ακόμη ποίημα με τίτλο «Κυκλώτερά σου»: «Το κορμί μου / αξόδευτο / στα ύστερά του χρόνια. / Ασάλευτο, / κυκλώτερά σου σαν τη ζάλη / θα γυρνά / με τη μαρτυρική του σάρκα.» (σελ. 68).

Και του μυθιστορήματος «Μαλλούσα» ο ενδότερος χυμός είναι ερωτικός και μάλιστα πιο τολμηρός από τους στίχους της. Η συγγραφέας, με παρρησία και αποφασιστικότητα, σε πρώτο πρόσωπο, θυμάται, αναπολεί και αναβιώνει στις 319 σελίδες του βιβλίου της τον αληθινό έρωτα – στιγμή ή την αείρροη αιωνιότητα της ζωής. Η αφήγηση είναι άνετη, προσιτή και ελκυστική, διαποτισμένη με ένα φίλτρο γυναικείας οπτικής των σχέσεων των φύλων, το οποίο στήνει το σκηνικό του έργου. Μια γυναίκα, η Μαλλούσα και ένας άντρας, ο Παύλος, είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, στο οποίο την εξιστόρηση πραγματοποιεί και κατευθύνει η Μαλλούσα. Μιλάει με ζέση, εκθέτει λεπτομέρειες, καταγράφει συνομιλίες ερωτικές, προσεγγίζει άφοβα ερωτικές ομιλίες και καταχωρίζει ότι την ουσία, αλλά το σύνολο, αυτού, που επιθυμεί να μας δώσει. Έτσι παρατηρείται μια εσωτερική πληρότητα στην ιστορία, πολύπλευρη συναισθηματικά και ταυτόχρονα πολυεδρική στις μεταπτώσεις, σε ολόκληρη την κλίμακα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Τούτο το αρμονικό πλέγμα συναισθήματος και πάθους, προσμονής και ελπίδας αλλά και απόλαυσης της αγάπης κάνουν το έργο τερπνό και ενδιαφέρον, σαν ανάγνωσμα και σαν ιδέα τόλμης αφήγησης της αλήθειας και στον έρωτα, με ένα λόγο ζεστό, παθιασμένο, αφτιασίδωτο, κάποτε ποιητικό και κάποτε ρεαλιστικό, σε κερδίζει και περισσότερο αν έχεις κι εσύ μέσα σου πάθος και τόλμη για τη ζωή…

Τα δοκίμια «Τα Άγια τοις Αγίοις» έχουν και αυτά τον ίδιο παράφορο καλπασμό, αν σταθεί κανείς στην επιλογή των προσώπων, που παρουσιάζει: Κωστής Παλαμάς, Μαρία Πολυδούρη, Κώστας Καρυωτάκης, Μυρτιώτισσα, Κωνσταντίνος Καβάφης και Γιώργος Σεφέρης. Με εξαίρεση ίσως τον τελευταίο, όλοι οι άλλοι κινούνται στο κλίμα του έρωτα και του πάθους. Ο Παλαμάς και η απερίγραπτη σαρκολατρία του, η παθιασμένη ερωτική Πολυδούρη και ο έρωτάς της Κώστας Καρυωτάκης, η Μυρτιώτισσα με την τρυφερή ερωτική της φωνή και ο Καβάφης με τις προσωπικές του ιδιορρυθμίες. Δυο γυναίκες και τρεις άντρες, όλοι τους ποιητές.

Η αναφορά της στον καθένα λιγόλογη, προσεγμένη, αποκαλυπτική και με λογοτεχνικές αξιώσεις, δίνει τα πορτρέτα τους ολοκληρωμένα, συνοπτικά, με γνωστά και άγνωστα στοιχεία, με δικές της συναισθηματικές και καλολογικές εκτιμήσεις και προσεγγίσεις, προσωπικές ερμηνείες και εκδοχές, που εντυπωσιάζουν με την πρωτοτυπία τους και την τόλμη κατάθεσής τους.

Πρόκειται για μια ξεχωριστή πληθωρική προσφορά συναισθημάτων, πάθους και τόλμης, τα οποία απογειώνονται με έναν ζωντανό και ρωμαλέο στην απλότητά του λόγο, πάνω από σκέψεις, απορίες, όνειρα και επιθυμίες, όπου φτερουγίζει η καυτή ανάσα του έρωτα, ατόφια, χυμώδης και συναρπαστική.

Κώστας Μιχ. Σταμάτης

Ο Κώστας Μιχ. Σταμάτης γεννήθηκε το 1935 στο Βραχάτι Κορινθίας. Τελείωσε το γυμνάσιο της γενέτειράς του και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα και Νομικά στη Θεσσαλονίκη. Περάτωσε τη Σχολή Λιμενικών Δοκίμων (1965), σταδιοδρόμησε ως αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος και αποστρατεύτηκε (1992) με το βαθμό του Υποναυάρχου Λ.Σ. Ταξίδεψε ιδιωτικά και υπηρεσιακά σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε με διηγήματα από τη «Φιλολογική Βραδυνή» το 1959 και με ποιήματα στον Κορινθιακό τύπο. Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, το διήγημα, τη νουβέλα, τη μελέτη, την ιστορία, τη βιογραφία, τις μεταφράσεις και έγραψε με επιτυχία σενάρια ταινιών μικρού μήκους (το 1976 η ταινία «Η προστασία της θάλασσας» τιμήθηκε για το σενάριό της στο φεστιβάλ της Καρθαγένης).

Posted Οκτώβριος 2, 2011 by kopanakinews in ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΜΟΥ